Σιναβάλντα. (Α) Πόλεμος. Α6. Νεκρή Φύση

Όπως σας υποσχέθηκα, εγώ, ο Γιόρμα Ρύσσα απ’ το 54 του καταλόγου Messier, θα σας παρουσιάσω σε συνέχειες, όσα περισσότερα βιογραφικά στοιχεία μπορέσω για μένα.
Και ιδού, πώς άρχισαν όλα… -από τον Αστροβάμονα
(…συνέχεια από προηγούμενο)

dead-tree1

Ο τόπος μου! Ο χώρος μου! Το σπίτι μας! Ο δρόμος! Ο λόφος! Το ψαροχώρι! Η θάλασσα! Ο ουρανός! Που είμαι; Τι συνέβη; Που βρίσκομαι; Γιατί όλα γύρω, είναι άγνωστα;
Γύρισα και κοίταξα την μητέρα. Ακίνητη μέσα στην ασημόγκριζη στολή, με το πρόσωπο στραμμένο κατά τη θάλασσα, με κρατούσε σφίγγοντας το χέρι μου. Το τζάμι της μάσκας της είχε θολώσει και δεν διέκρινα το βλέμμα της. Είχε ιδρώσει από το σκάψιμο ή έκλαιγε;
Τρομαγμένος έριξα μια ματιά πίσω μου, εκεί που θα ‘πρεπε να είναι το σπίτι μας. Ένας σωρός πέτρες, τούβλα και ξύλα πάνω σε μια γερτή, σπασμένη, τσιμεντένια πλάκα ήταν ότι είχε απομείνει.
Έστρεψα το βλέμμα και προσπάθησα να εντοπίσω τα γνώριμα μέρη. Τίποτα. Ο τόπος μού φαινόταν άγνωστος, γυμνός, χωρίς φυτά και δέντρα. Μόνο χώμα και λάσπες, σκαμμένος με πολλά, μεγάλα, βαθιά αυλάκια, σαν να κατέβαινε ο λόφος σε κύματα, που έφταναν, όσο έπιανε το μάτι, μέχρι κάτω τη θάλασσα. Σάμπως να είχε περάσει ένα γιγάντιο αλέτρι και να είχε γυρίσει το έδαφος τα μέσα έξω.
Ο ουρανός ήταν άσπρος σαν γάλα κι ο ήλιος μια θολή φωτεινή κουκκίδα που μπορούσες να την κοιτάζεις χωρίς να πονάνε τα μάτια. Παντού γύρω μας, πλανιόνταν μικρά διάφανα συννεφάκια, καθισμένα στο έδαφος, σαν φαντάσματα και αραιοί καπνοί που έβγαιναν από τα λασπωμένα χαντάκια ενώνονταν μαζί τους. Και μύριζαν. Μια πολύ ελαφριά μυρωδιά, άσχημη, σαν κλούβιο αυγό ή καλύτερα σαν χαλασμένο κρέας, ήταν διάχυτη παντού. Ήταν όμως τόσο ανεπαίσθητη που την συνήθισα γρήγορα.
Δε φυσούσε. Έξω από το τρίξιμο που έκαναν τα χαλίκια και το χώμα κάτω από τα σιδεροπάπουτσα της στολής μου δεν άκουγα τίποτε άλλο. Ούτε κελαηδίσματα πουλιών, ούτε τα καμπανάκια από τα κοπάδια, ούτε ο μακρινός ήχος από τις μηχανές των καϊκιών! Όλα γύρω μας ακίνητα, λασπερά, δυσώδη και ήσυχα. Τόσο ήσυχα, τόσο σιωπηλά που νόμιζα ότι είχα κουφαθεί. Φοβόμουν…
Γύρισα κατά τη θάλασσα. Άσπρη και ακύμαντη, ενώνονταν στο βάθος με τον ουρανό. Κι όμως, κάτι έλειπε από την εικόνα. Το ψαροχώρι! Στένεψα τα βλέφαρα και προσπάθησα να το εντοπίσω εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται. Πουθενά! Τι έγινε το χωριό; Που πήγαν τα άσπρα σπιτάκια με τις κεραμοσκεπές; Το λιμανάκι;
bomb2– Μαμά, πού είναι το χωριό;
– Πάει, το πήρε ο πόλεμος!
Αισθάνθηκα το χέρι της που με βαστούσε, να τρέμει και να σφίγγεται.
– Με πονάς μαμά!
Η λαβή χαλάρωσε λίγο.
– Ναι, αλλά πού το πήγε;
– Ποιός; Ποιό;
– Το χωριό… Ο πόλεμος…
– Α! Κοίταξε. Εκεί κάτω, στην ακρογιαλιά, πού σου δείχνω; Βλέπεις δύο άσπρα σημαδάκια; Εκεί είναι ό,τι απέμεινε από το χωριό.
– Δεν καταλαβαίνω…
Μου έπιασε το κεφάλι και το γύρισε κατά το σπίτι μας.
– Βλέπεις το σπίτι μας; Βλέπεις πως έγινε;
Έγνεψα καταφατικά.
– Έτσι και χειρότερα έγινε το χωριό. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο…
Μου πήρε λίγη ώρα να χωνέψω τα λόγια της. Και τότε κατάλαβα. Με φόβο που έσφιγγε το στομάχι μου έψαξα γύρω να βρω τα σπιτάκια των γειτόνων και των φίλων μου, που παίζαμε μαζί τα απογεύματα. Δεν φαίνονταν πουθενά σε όλο το πλάτος της πλαγιάς. Εκτός, ίσως, από κάποια γκρίζα σημεία, σωροί χαλάσματα, εκεί που ήταν κάποτε τα σπίτια τους.
– Πού είναι οι φίλοι μου; Πού είναι τα σπίτια τους; Τι έγιναν, μαμά;
– Δεν ξέρω πουλάκι μου. Θα δούμε. Μπορεί να πρόλαβαν να κρυφτούν στα δικά τους καταφύγια.
– Κι αν δεν πρόλαβαν;
– Τότε δεν υπάρχουν πια!
– Δηλαδή δεν θα έχω φίλους;
– Όχι!
Γύρισα το βλέμμα μου φοβισμένος. Η ματιά μου έπεσε πέρα, πάνω από τα χαλάσματα του σπιτιού μας, εκεί που θα ‘πρεπε να ήταν το μποστανάκι μας κι ο φράχτης. Λίγο ψηλότερα, κοντά στην κορυφή του λόφου, διέκρινα μια μάζα μπερδεμένα σίδερα και ρόδες στραπατσαρισμένες. Παρατηρώντας τα με προσοχή, προσπάθησα να θυμηθώ τι ήταν. Εκεί πρίν, δεν υπήρχε τίποτα, μόνο ο χωματόδρομος και θάμνοι που τώρα είχαν εξαφανιστεί.
Το φορτηγό ψυγείο! Έκανα να ελευθερώσω το χέρι μου και να τρέξω προς τα εκεί. Η μαμά όμως τράβηξε το χέρι μου δυνατά και δεν με άφηνε να φύγω.
– Μείνε κοντά μου και μη φύγεις από δίπλα μου!
– Μαμά, όταν έτρεξα να σε φωνάξω να δεις τον ουρανό, ερχόταν το φορτηγό για τα ψάρια…
Η μαμά γύρισε το κεφάλι και είδε τα παλιοσίδερα. Ύστερα έσκυψε προς το μέρος μου.
– Υποσχέσου μου ότι δεν θα πας εκεί, ούτε θα το πλησιάσεις.
– Γιατί μαμά; Εγώ θέλω να δω πως έγινε…
– Δεν θα πας! Άκουσες τι σου είπα;
hiroshimaΗ φωνή της έτρεμε. Μα τι την πείραζε να πήγαινα; Γιατί δεν με άφηνε να πάω να το δω; Τι φοβόταν; Τέλος πάντων. Εγώ θα πάω. Θα της ξεφύγω άλλη φορά.
Με πήγε σε μια μεγάλη πέτρα λίγο πιο πέρα από την τρύπα του υπογείου και μου είπε να κάτσω και να μην κουνηθώ καθόλου. Ύστερα κατέβηκε στο υπόγειο. Μετά από λίγο βγήκε από την τρύπα μας ξετυλίγοντας ένα καρούλι σύρμα. Πήγε στα μπάζα του σπιτιού, πήρε ένα μακρύ ξύλο, το έμπηξε στο χώμα και έδεσε το σύρμα στην κορυφή του.
Μετά ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Μου εξήγησε ότι αυτό το σύρμα είναι η κεραία για το ραδιόφωνο που θα βάλουμε να ψάχνει μήπως και ακούσουμε νέα και οδηγίες από άλλους ανθρώπους. Είναι σημαντικό, είπε, να μας βρούνε οι άνθρωποι εκείνοι που ψάχνουν στα χαλάσματα για να ανακαλύψουν όσους, σαν κι εμάς, κατάφεραν να σωθούν. Ύστερα σηκώθηκε, μου έδειξε το αυτοκόλλητο στο πέτο της που είχε πάρει πορτοκαλί χρώμα και μου είπε ότι πρέπει να κατέβουμε στο υπόγειο και να μείνουμε στο καταφύγιο μέχρι αύριο.
Κατεβήκαμε στην τρύπα μας. Με την ξύλινη πλάκα που κάποτε ήταν η πόρτα του υπογείου, έφραξε την τρύπα κι ανάψαμε τους φακούς. Έξω από την πόρτα του καταφυγίου, ξεσκόνισε με το γαντοφορεμένο χέρι την στολή μου και μου ζήτησε να της κάνω το ίδιο. Μετά με έγδυσε και κρέμασε την στολή μου και τη μάσκα σε ένα καρφί. Ύστερα γδύθηκε κι εκείνη και γυμνοί κατεβήκαμε στο καταφύγιο, κλείνοντας και αμπαρώνοντας από μέσα την σιδερένια πόρτα πίσω μας.
Φορέσαμε τα παλιά μας ρούχα για να μην κρυώνουμε, και καθίσαμε στα στρώματα στο πάτωμα. Δίπλα της υπήρχε ένα ραδιόφωνο που η κεραία του ήταν δεμένη με το σύρμα που έφτανε μέχρι εδώ από την χαραμάδα της σιδερένιας πόρτας, στην κορυφή της σκάλας εισόδου του καταφυγίου. Η δεμένη άκρη του σύρματος ήταν γκρίζα σαν καμμένη. Η μαμά μου εξήγησε ότι έπρεπε να κάψει την άκρη του για να φύγει η μόνωση, όπως την είπε, και να κάνει επαφή με την κεραία.
Παρατηρούσα το καντράν του ραδιοφώνου που τα νούμερά του άλλαζαν γρήγορα, συνέχεια, αλλά δεν ακούγαμε τίποτα. Ένιωθα την ανυπομονησία να φουντώνει μέσα μου, όταν η μαμά μου εξήγησε πως άν πιάσει κάποιο σταθμό, τότε τα νούμερα θα σταματήσουν να γυρνάνε και θα ακούσουμε την εκπομπή του.
Η μαμά σηκώθηκε κι άρχισε να ανοίγει όλα τα ντουλάπια. Μέτρησε τα μπουκάλια με το νερό και τα αποθέματα φαγητού. Γύρισε προς το μέρος μου και είπε ότι με λίγη προσοχή και οικονομία θα αντέχαμε άλλες πέντε μέρες. Κι ότι μέχρι τότε, ελπίζει να μας έχουν βρεί τα συνεργεία του στρατού. Μετά έσβησε το φως για οικονομία, ξάπλωσε στο στρώμα της και πρότεινε να κοιμηθούμε για να είμαστε ξεκούραστοι. Κοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως.

(συνεχίζεται…)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s