Ρομίνα (ο εφιάλτης). [Α’ μέρος]

 

“Η Ρομίνα θέλει να φωνάξει. Μια απ αυτές την πλησιάζει. Της γελά. Στόμα γριάς, δίχως δόντια, με δέρμα σταχτί.” από τη Πέμη Γκανά

nightmare____pf_3_3_finally_by_troyek” Ο Εφιάλτης”

Η κιτρινισμένη από τον χρόνο νταντέλα ξεδιπλώνεται μπροστά της. Περίτεχνα κεντημένη. Απαλή. Τραχιά χέρια την ακουμπάνε.
Προσεκτικά, κάποια γυναίκα την παίρνει στα χέρια της και με ευλάβεια σχεδόν την ακουμπά στο κεφάλι της Ρομίνας. Την καλύπτει ολόκληρη.
Πέπλο. Νυφικό.Η Ρομίνα δεν βλέπει καθαρά, τις παρατηρεί όλες μέσα από τα μικρά κενά του κεντήματος.
Ακούει τον χτύπο της καρδιάς της. Δυνατός, ακανόνιστος. Τρομάζει.
Οι γυναίκες με λεκιασμένες ολόμαυρες φορεσιές και τρύπιες ποδιές, χαμηλόφωνα, αρχίζουν να τραγουδούν με τσιριχτή, ψεύτικη φωνή.

Βάζουν τα χέρια στην μέση και λικνίζονται χοντροκομμένα στο ρυθμό του τραγουδιού τους. Κάποιες της χαμογελούν και κάποιες άλλες με μισόκλειστα μάτια, σκυθρωπές, την παρατηρούν. Το μούτρο τους άσκημο, θολό, γυναίκες καμπούρες, στερεμένες, όμοιες σκιές θανάτου.

Η Ρομίνα θέλει να φωνάξει. Μια απ αυτές την πλησιάζει. Της γελά. Στόμα γριάς, δίχως δόντια, με δέρμα σταχτί. Νόνα την έλεγαν όταν ζούσε. Νόνα Γκρατσιέλα. Την αγκαλιάζει από τους ώμους, αποστεωμένα, μακριά δάκτυλα μάγισσας. Με τον δείκτη ακουμπά τα σκασμένα λεπτά χείλη κάνοντας της νόημα να μην μιλήσει.
Και η Ρομίνα δεν μιλά.

Εμφανίζεται τότε ο μικρός. Κουτσαίνει, σέρνει το σακάτικο ποδάρι. Κοιτά το μπαστούνι του, λυπημένος. Δεν μπορεί να το συνηθίσει και του γλιστρά διαρκώς. Παραπίσω του ένα τσούρμο βρομιάρικων παιδιών τον ακολουθούν. Γελούν μαζί του, τον κοροϊδεύουν, του σφυρίζουν. ¨Σακάτη¨ τον φωνάζουν, και δεν έχουν άδικο.

old-cane

Πλησιάζει με σφιγμένα δόντια την Ρομίνα, “Θα σε σώσω εγώ”.
“Φουσκοδεντριές” φωνάζουν γελώντας οι γυναίκες. Ο μικρός ντροπιασμένος κατεβάζει το κεφάλι και κουτσαίνοντας πάει να φύγει. Τα παιδιά του παίρνουν το μπαστούνι.
“Σακάτη” τον φωνάζουν, το παιδί πέφτει.

Η Ρομίνα πετά μακριά το πέπλο. Τρέχει και σηκώνει το παιδί, το παίρνει αγκαλιά, το φιλά στα χείλη. Οι γυναίκες ουρλιάζουν και χάνονται.”Θα σε σώσω” της ξαναλέει το παιδί.
Μάριο, Μάριο τον είχαν βαπτισμένο.

Η Ρομίνα πασχίζει να βγει από την κάμαρη. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, λέει, ένας μακρύς διάδρομος, τα σανίδια μισοσαπισμένα τρίζουν σε κάθε της βήμα, στριγκός ο ήχος, σαν το τραγούδι των γυναικών, η κάμαρη έχει πόρτες η μια κολλητή στην άλλη, όλες όμως διπλοκλειδωμένες και πεταμένα τα κλειδιά στις επτά θάλασσες.

Ένα μικρό σπασμένο κομμάτι καθρέπτη, γεμάτο στίγματα, στον τοίχο, καρφωμένο σε σκουριασμένο καρφί. Η Ρομίνα τον κοιτάζει, μα δεν βλέπει την φιγούρα της. Άδειος.
Η Ρομίνα δεν μπορεί να φωνάξει, όσο και να προσπαθεί, δεν μπορεί να κινηθεί. Η Ρομίνα είναι καρφωμένη σ ένα σπίτι που κανείς δεν ζει. Ούτε και η ίδια. Ψάχνει το παιδί, άφαντο και αυτό.
Είπε ψέματα, δεν την έσωσε…

(διαβάστε το επόμενο μέρος της ιστορίας..)


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s