Ρομίνα (ο εφιάλτης)

“Ο Εφιάλτης”

“Η Ρομίνα θέλει να φωνάξει. Μια απ αυτές την πλησιάζει. Της γελά. Στόμα γριάς, δίχως δόντια, με δέρμα σταχτί.” από την Πέμη Γκανά
nightmare____pf_3_3_finally_by_troyek“Η κιτρινισμένη από τον χρόνο νταντέλα ξεδιπλώνεται μπροστά της. Περίτεχνα κεντημένη. Απαλή. Τραχιά χέρια την ακουμπάνε.
Προσεκτικά, κάποια γυναίκα την παίρνει στα χέρια της και με ευλάβεια σχεδόν την ακουμπά στο κεφάλι της Ρομίνας. Την καλύπτει ολόκληρη.
Πέπλο. Νυφικό.Η Ρομίνα δεν βλέπει καθαρά, τις παρατηρεί όλες μέσα από τα μικρά κενά του κεντήματος.
Ακούει τον χτύπο της καρδιάς της. Δυνατός, ακανόνιστος. Τρομάζει.

Οι γυναίκες με λεκιασμένες ολόμαυρες φορεσιές και τρύπιες ποδιές, χαμηλόφωνα, αρχίζουν να τραγουδούν με τσιριχτή, ψεύτικη φωνή.

Βάζουν τα χέρια στην μέση και λικνίζονται χοντροκομμένα στο ρυθμό του τραγουδιού τους. Κάποιες της χαμογελούν και κάποιες άλλες με μισόκλειστα μάτια, σκυθρωπές, την παρατηρούν. Το μούτρο τους άσκημο, θολό, γυναίκες καμπούρες, στερεμένες, όμοιες σκιές θανάτου.

Η Ρομίνα θέλει να φωνάξει. Μια απ αυτές την πλησιάζει. Της γελά. Στόμα γριάς, δίχως δόντια, με δέρμα σταχτί. Νόνα την έλεγαν όταν ζούσε. Νόνα Γκρατσιέλα. Την αγκαλιάζει από τους ώμους, αποστεωμένα, μακριά δάκτυλα μάγισσας. Με τον δείκτη ακουμπά τα σκασμένα λεπτά χείλη κάνοντας της νόημα να μην μιλήσει.
Και η Ρομίνα δεν μιλά.

Εμφανίζεται τότε ο μικρός. Κουτσαίνει, σέρνει το σακάτικο ποδάρι. Κοιτά το μπαστούνι του, λυπημένος. Δεν μπορεί να το συνηθίσει και του γλιστρά διαρκώς. Παραπίσω του ένα τσούρμο βρομιάρικων παιδιών τον ακολουθούν. Γελούν μαζί του, τον κοροϊδεύουν, του σφυρίζουν. ¨Σακάτη¨ τον φωνάζουν, και δεν έχουν άδικο.

old-cane

Πλησιάζει με σφιγμένα δόντια την Ρομίνα, “Θα σε σώσω εγώ”.
“Φουσκοδεντριές” φωνάζουν γελώντας οι γυναίκες. Ο μικρός ντροπιασμένος κατεβάζει το κεφάλι και κουτσαίνοντας πάει να φύγει. Τα παιδιά του παίρνουν το μπαστούνι.
“Σακάτη” τον φωνάζουν, το παιδί πέφτει.

Η Ρομίνα πετά μακριά το πέπλο. Τρέχει και σηκώνει το παιδί, το παίρνει αγκαλιά, το φιλά στα χείλη. Οι γυναίκες ουρλιάζουν και χάνονται.”Θα σε σώσω” της ξαναλέει το παιδί.
Μάριο, Μάριο τον είχαν βαπτισμένο.

Η Ρομίνα πασχίζει να βγει από την κάμαρη. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, λέει, ένας μακρύς διάδρομος, τα σανίδια μισοσαπισμένα τρίζουν σε κάθε της βήμα, στριγκός ο ήχος, σαν το τραγούδι των γυναικών, η κάμαρη έχει πόρτες η μια κολλητή στην άλλη, όλες όμως διπλοκλειδωμένες και πεταμένα τα κλειδιά στις επτά θάλασσες.

Ένα μικρό σπασμένο κομμάτι καθρέπτη, γεμάτο στίγματα, στον τοίχο, καρφωμένο σε σκουριασμένο καρφί. Η Ρομίνα τον κοιτάζει, μα δεν βλέπει την φιγούρα της. Άδειος.
Η Ρομίνα δεν μπορεί να φωνάξει, όσο και να προσπαθεί, δεν μπορεί να κινηθεί. Η Ρομίνα είναι καρφωμένη σ ένα σπίτι που κανείς δεν ζει. Ούτε και η ίδια. Ψάχνει το παιδί, άφαντο και αυτό.
Είπε ψέματα, δεν την έσωσε…


Σκοτάδι

“Κοιτάζω το φόρεμα μου και ξάφνου μοιάζει παλιό, κουρέλι. Βρώμικο, σκισμένο και τα πόδια μου ματωμένα..”
nightmare_by_weewill-d6rr2bt
Εφιάλτης. Σκοτάδι.
Πυκνό σκοτάδι καλύπτει το νησί και εγώ, λέει, με λευκά φορέματα και στεφάνι από κόκκινα μπουμπούκια περπατώ ξυπόλητη.
Στα χέρια κρατώ μια αγκαλιά από κίτρινα άνθη ακακίας. Μου γλιστρούν όμως σιγά σιγά, και πέφτουν στο χώμα. Μια μακριά κίτρινη, λεπτή, φιδίσια γραμμή έχει σχηματιστεί πίσω μου και έχει φτάσει ως κάτω, στο πόρτο.
Ο καπτα Μπαρτόλο με τα Κυριακάτικα ρούχα φρεσκοπλυμένα, να μυρίζουν τον καπνό απ’ τ’ Αλγέρι που καπνίζει, με συνοδεύει. Περήφανος, συγκινημένος. Συγκρατεί τα δάκρυα του με κόπο.
Παραπίσω αγκαλιασμένες, επιτέλους μονοιασμένες πιασμένες χέρι χέρι η μάμα μου και η νόνα Γκρατσιέλα με καμαρώνουν, φοράνε κόκκινα μακριά φορέματα και πράσινα κεντητά κεφαλομάντηλα. Νέες, μοιάζουν νέες πολύ, κοπέλες σχεδόν συνομήλικες, και με δυσκολία τις αναγνωρίζω, “Είναι αυτές;” αναρωτιέμαι “Δεν είναι;”, μα ο Μπαρτόλο με τραβά.
“Πάμε” μου λέει, “μας περιμένουν, κοίτα”.
Και μια νέγρα -που δεν την έχω ξαναδεί- ξερακιανή, με τουρμπάνι στο κεφάλι, ντυμένη με κουρέλια για ρούχα που χάσκουν πάνω της, σαν ξένα αποφόρια, και με τα μάτια κόκκινα βαθουλωμένα μες τις κόγχες τους, μασουλώντας ταμπάκο κουνά το κεφάλι της, φτύνει το καπνό και κάτι μουρμουρά, σε μια γλώσσα ξενική. Κακή η όψη της, διαβολική.
Τρομάζω.abysmal_maiden_by_micuet-dapbhvkΤο βλέμμα μου πέφτει στο στέρνο της, ανοιχτά τα κουμπιά του πουκαμίσου φανερώνουν τα μαραμένα τα στήθη της.
Φορά στο λαιμό της το φυλακτό που μου φερε η μάμα πριν χρόνια – λεπτή μακριά αλυσίδα και το μπρούτζινο ακτινωτό μικροσκοπικό κουτάκι.
Χρυσοί χαλκάδες κρέμονται απ τα αφτιά της και αστράφτουν μες την νύχτα. Τινάζει τα χέρια της προς τα εμένα σαν θυμωμένη, γελά αφήνοντας μια στριγκή, τσιριχτή φωνή, και το σημάδι μου στη βάση του λαιμού, με καίει. Πάλι…
Το σημάδι.
Παντρεύομαι, λέει, απόψε. Μόνο που ο γάμος δεν γίνεται πρωί όπως πρέπει, μα μες την νύχτα για να κρύψουμε την ντροπή.
…”Ρομίνα, μην μιλάς”..
Κοιτάζω πέρα στο βάθος και τον εβλέπω να φορά τον ναυτικό του σκούφο, όρθιος ο γιακάς απ το κοντό παλτό, μαύρο, έχει καβατζάρει κάποιο πόρτι, μακρινό.
Φιλά λαίμαργα μια ξανθή πόρνη του λιμανιού, μισόγυμνη, ξετσίπωτη, φτιασιδωμένη σαν την θεατρίνα και μου στρέφει την πλάτη καθώς μπαίνει σε σπίτι χαμηλό και βρώμικο για να χορτάσει την πείνα που χει για γυναίκα, έπειτα από τόσους μήνους που θαλασσοδέρνεται στο νερό.
Κοιτάζω το φόρεμα μου και ξάφνου μοιάζει παλιό, κουρέλι. Βρώμικο, σκισμένο και τα πόδια μου ματωμένα.
Το κορμί…το κορμί της μάμας αιωρείται, άψυχο κρεμασμένο από χοντρό σκοινί, όπως τότες. Και η Γκρατσιέλα με σταχτί δέρμα ρυτιδιασμένο, κλαίει στα πόδια της, μαυροφορεμένη.
“Καημένη κόρη, κακορίζικο και συ…”.
Ξάφνου γελά,με κοιτάζει και αγριεύει, φλόγες πετούν τα μάτια της, θεριεύει, απλώνω τα χέρια μου να την σπρώξω με βία, μη και με καταπιεί πάλι…
Πετάγομαι μες την νύχτα, σκιαγμένη, μούσκεμα στον ιδρώτα.
Κάθε βράδυ ο ίδιος εφιάλτης…

Σκουλήκια

“Σκουλήκια, σιχαμένα σκουλήκια όλη μου η ζωή. Σιχαμένα σκουλήκια που με τρώγουν.”
woman_swimming_by_ocularreverie-d3f0nhxΠερπατά σε στέρφα γη.
Το μουγκρητό της παλίρροιας ακούγεται δυνατό, πάψε δεν μπορώ να σε ακούω, πάψτε όλοι, το κεφάλι μου βουίζει.
Τα κύματα σκάνε με βία πάνω στα άγρια βράχια, η θάλασσα ανταριασμένη μαύρη σχεδόν με τρομάζει, στο βάθος τα ψαροκάικα που φύγαν το πρωί παλεύουν να επιστρέψουν, γυναίκες και παιδιά, μαζί με γέροντες ουρλιάζουν ασφαλείς στην στεριά κάτω στο πόρτο, και οι ριπές του ανέμου φέρνουν την βροχή κατά πως ορίζουν, πότε λιμπέτσο και πότε γκραιγκάλε.
Η παλίρροια ανεβαίνει τόσο γρήγορα, όσο δεν έχω δει ποτές μου.
Αφηνιασμένα κύματα ρουφάνε τα πάντα στο διάβα τους. Η παγωνιά του χειμώνα δεν με αγγίζει πια. Ούτε κρύο νιώθω, μήτε και ζέστα.
Η Ρομίνα τρέχει με πόδια γυμνά.
Τα πόδια μου είναι πληγιασμένα από τις κοφτερές πέτρες που υποχωρούν και πέφτουν στο γκρεμό, πιάνομαι τότε από κάτι άγριους θάμνους -θυμάρια θαρρώ.
Κάποιες στιγμές γονατιστή με ματωμένα γόνατα σκαρφαλώνω και σαν καταφέρνω να σηκωθώ τρέχω στο παλιό, ξεχασμένο μονοπάτι. Το πουκάμισο μου μουσκεμένο σκίζεται, η φούστα ένα λασπωμένο κουρέλι.
Μόνη με τα στοιχειά της φύσης, έτσι ακριβώς όπως το είχα ονειρευτεί, όπως το παρακαλούσα στις προσευχές μου, να ναι έτσι η λύτρωση της τελευταίας μέρας της ζωής μου.
Άγρια, τρομαχτική, μοναχική. Μόνο αυτό μου δίνει κουράγιο.
Σε λίγο δεν θα ζω.
robert_louis_stevenson_s_the_waif_woman_by_mgkellermeyer-d9efqzjΘα πεθάνω.
Θα βρουν το κορμί μου κομματιασμένο, διαλυμένο, μισοφαγωμένο απ’ τα ψάρια και έπειτα θα το παραδώσουν στο χώμα για να το αποτελειώσουν τα σκουλήκια.
Σκουλήκια, σιχαμένα σκουλήκια όλη μου η ζωή. Σιχαμένα σκουλήκια που με τρώγουν.
Παλεύω να σταματήσω τις φωνές μέσα στο κεφάλι μου, μιλάνε όλες μαζί, ουρλιάζουν, προσεύχονται, στριγγλίζουν, παρακαλάνε, -πάψτε, πάψτε πια, δεν αντέχω. Και κείνη η νόνα Γκρατσιέλα, να ορμηνεύει, μουρμουρητά.
Αλλά σήμερα θα την νικήσω.Για πρώτη και τελευταία φορά θα την τσακίσω και θα την παρασύρω στα πιο σκοτεινά μέρη της κόλασης, εκεί που βολοδέρνω τόσα χρόνια τώρα.
Εκεί να καεί μαζί μου, να μην θεριέψει και άλλο από τους εφιάλτες μου, να μην μπει στην ψυχή άλλου ανθρώπου, στην ψυχή του παιδιού μου.
Να λευτερωθώ.
Φτάνω σχεδόν, και ακούω το παρακαλετό μουρμούρισμα της, ένα νανούρισμα ήρεμο σαν αυτά που είπα στο παιδί μου.
«Πάψε» ουρλιάζω μα εκείνη μπαίνει στο μυαλό μου.
Την βλέπω μπρος μου.
Η Ρομίνα κάθιδρη ξυπνά.
Πετάγεται τρομαγμένη.
Πάνω από το κεφάλι της η νόνα Γκρατσιέλα, αυτός ο διάολος, ο νεκρός, είναι ολοζώντανος μπρος της. Μουρμουρά ακατάληπτες προσευχές. Βαθιές αυλακιές είναι χαραγμένες στο πρόσωπό της, κεφάλι γριάς μάγισσας στερεωμένο πάνω σε σώμα παιδικό.
Η Ρομίνα σκύβει το κεφάλι παραδομένη.
Ούτε απόψε την νίκησε…


Θάλασσα

“Και η Ρομίνα, ουρλιάζει, μόνη. Σπαράζει. Ξεσκίζει τα μαύρα νυφικά της..”
the_haunted_folly_by_forestina_fotos-daprjzpΗ Ρομίνα περπατά στην ακροθαλασσιά την ώρα που σουρουπώνει. Κοιτάζει λυπημένη πίσω το χνάρι της. Απαλές πατημασιές στην άμμο, και ένα μαύρο πανί, τρύπιο, ίσα που ακουμπά κάτω. Φορά, λέει, μακρύ φόρεμα.
Το νυφικό της.
Γέλια ακούγονται από μακριά, απ΄ την φορτέτσα, γέλια και τραγούδια, και βιολιά νυφικά. Παντρολογιέται, ανάθεμά τον, παντρολογιέται με μιαν άλλην.
Χαρές και κρασί ανάκατα με τις μυρωδιές του γιασεμιού, σφυρίγματα, και εκείνος γαμπρός, φορώντας τον ναυτικό του σκούφο, ατρόμητος, λεβεντόκορμος, χορεύει.
Ολόμαυρα μισόκλειστα μάτια που γυαλίζουν. Είχε, λέει, στ αφτί στερεωμένο ένα μπουμπούκι γαρδένιας, και το χαμόγελο του νικητή σχηματισμένο στο πρόσωπό του.
Λευκά δόντια.
Όλες οι θάλασσες στα πόδια του, όλα τα παράξενα του κόσμου στα μάτια του, ντόκια και λιμάνια και πόρνες στην αγκαλιά του.
Όλα δικά του.
Άγρια είναι η νύφη, ίδια με την Καπράγια ένας βράχος, κακορίζικος, ένας φάρος σβηστός για να τσακίζονται πάνω του τα καράβια, στεγνή, αφόρητη, άχρωμη, τρομαχτική.
Στεγνή.
Τον κοιτάζει μα ξέρει πως δεν είναι δικός της. Δεν θα είναι ποτέ δικός της. Θα τον μοιράζεται με την Ρομίνα και τις λιμανίσιες του Κιλούγκ και του Παρανάγκουα, κάτω στα χαμόσπιτα της Κουριτίμπα.
Και η Ρομίνα, ουρλιάζει, μόνη.
Σπαράζει.
Ξεσκίζει τα μαύρα νυφικά της.
Να ήταν, παρακαλά η Ρομίνα, να ήταν μια λιμανίσια, να ξάπλωνε, φορώντας κόκκινα φτηνά τσίτια, με τους πιο άσκημους απ τους ναύτες για να τον ξέχναγε πάνω σε στρώματα, βρώμικα, ξένα.
Η θάλασσα την ακούει, η θάλασσα την συμπονά, αγριεύει, η θάλασσα δεν συγχωρά την αδικία. Αφρίζει και ξεσπά τον θυμό της στα βράχια. Η παλίρροια ανεβαίνει. Έτοιμη να πνίξει καράβια κι ανθρώπους.
Η Ρομίνα, αλίμονο, θα πνιγεί.
Και οι φωνές ξανάρχονται.
Πάψτε πια, δεν αντέχω.
Πάψτε.
Ποιος είναι όμως εκεί να την ακούσει;
Μόνο η Γκρατσιέλα την ακούει, η γρια μάγισσα με το σταχτί πρόσωπο, γεμάτο αυλακιές.
Γελά.
Γεμάτη κακία, έτοιμη να την παρασύρει μαζί της, σε μια κόλαση τρομακτική με φωτιές και δαίμονες.
Η θάλασσα μουγκρίζει και η παλίρροια ανεβαίνει.
Η Ρομίνα, κάθιδρη ξυπνά, πετάγεται.
Της είπε ψέματα, ούτε και απόψε την πήρε…

Φύση με πόδια γυμνά

“Μόνη με τα στοιχειά της φύσης, έτσι ακριβώς όπως το είχα ονειρευτεί, όπως το παρακαλούσα στις προσευχές μου, να ναι έτσι η λύτρωση της τελευταίας μέρας της ζωής μου.”

the_nightmare_by_vinegar-d5s9uen

Περπατά σε στέρφα γη.

Το μουγκρητό της παλίρροιας ακούγεται δυνατό, πάψε δεν μπορώ να σε ακούω, πάψτε όλοι, το κεφάλι μου βουίζει.

Τα κύματα σκάνε με βία πάνω στα άγρια βράχια, η θάλασσα ανταριασμένη μαύρη σχεδόν με τρομάζει, στο βάθος τα ψαροκάικα που φύγαν το πρωί παλεύουν να επιστρέψουν, γυναίκες και παιδιά, μαζί με γέροντες ουρλιάζουν ασφαλείς στην στεριά κάτω στο πόρτο, και οι ριπές του ανέμου φέρνουν την βροχή κατά πως ορίζουν, πότε λιμπέτσο και πότε γκραιγκάλε.

Η παλίρροια ανεβαίνει τόσο γρήγορα, όσο δεν έχω δει ποτές μου. Αφηνιασμένα κύματα ρουφάνε τα πάντα στο διάβα τους. Η παγωνιά του χειμώνα δεν με αγγίζει πια. Ούτε κρύο νιώθω, μήτε και ζέστα.

Η Ρομίνα τρέχει με πόδια γυμνά.
Τα πόδια μου είναι πληγιασμένα από τις κοφτερές πέτρες που υποχωρούν και πέφτουν στο γκρεμό, πιάνομαι τότε από κάτι άγριους θάμνους -θυμάρια θαρρώ.

Κάποιες στιγμές γονατιστή με ματωμένα γόνατα σκαρφαλώνω και σαν καταφέρνω να σηκωθώ τρέχω στο παλιό, ξεχασμένο μονοπάτι. Το πουκάμισο μου μουσκεμένο σκίζεται, η φούστα ένα λασπωμένο κουρέλι.

Μόνη με τα στοιχειά της φύσης, έτσι ακριβώς όπως το είχα ονειρευτεί, όπως το παρακαλούσα στις προσευχές μου, να ναι έτσι η λύτρωση της τελευταίας μέρας της ζωής μου. Άγρια, τρομαχτική, μοναχική. Μόνο αυτό μου δίνει κουράγιο.
Σε λίγο δεν θα ζω.
Θα πεθάνω.
Θα βρουν το κορμί μου κομματιασμένο, διαλυμένο, μισοφαγωμένο απ τα ψάρια και έπειτα θα το παραδώσουν στο χώμα για να το αποτελειώσουν τα σκουλήκια.

Σκουλήκια, σιχαμένα σκουλήκια όλη μου η ζωή. Σιχαμένα σκουλήκια που με τρώγουν.

Παλεύω να σταματήσω τις φωνές μέσα στο κεφάλι μου, μιλάνε όλες μαζί, ουρλιάζουν, προσεύχονται, στριγγλίζουν, παρακαλάνε, -πάψτε, πάψτε πια, δεν αντέχω.

Και κείνη η νόνα Γκρατσιέλα, να ορμηνεύει, μουρμουρητά.

Αλλά σήμερα θα την νικήσω. Για πρώτη και τελευταία φορά θα την τσακίσω και θα την παρασύρω στα πιο σκοτεινά μέρη της κόλασης, εκεί που βολοδέρνω τόσα χρόνια τώρα. Εκεί να καεί μαζί μου, να μην θεριέψει και άλλο από τους εφιάλτες μου, να μην μπει στην ψυχή άλλου ανθρώπου, στην ψυχή του παιδιού μου.
Να λευτερωθώ.

Φτάνω σχεδόν, και ακούω το παρακαλετό μουρμούρισμα της, ένα νανούρισμα ήρεμο σαν αυτά που είπα στο παιδί μου.

«Πάψε» ουρλιάζω μα εκείνη μπαίνει στο μυαλό μου.Την βλέπω μπρος μου.

Η Ρομίνα κάθιδρη ξυπνά. Πετάγεται τρομαγμένη. Πάνω από το κεφάλι της η νόνα Γκρατσιέλα, αυτός ο διάολος, ο νεκρός, είναι ολοζώντανος μπρος της. Μουρμουρά ακατάληπτες προσευχές. Βαθιές αυλακιές είναι χαραγμένες στο πρόσωπο της, κεφάλι γριάς μάγισσας στερεωμένο πάνω σε σώμα παιδικό.
Η Ρομίνα σκύβει το κεφάλι παραδομένη.
Ούτε απόψε την νίκησε…


“Ο γάμος της Ρομίνας”

“Πόρνη, πόρνη στα λιμάνια, αυτό μου πρέπει. Να χορταίνω, λέει, τους πεινασμένους και να μη με γνωρίζει κανείς τους.”

la_sposa_bianca_nel_bosco_nero_by_entropiazero-daywquq.jpg
Έβαλα, λέει, το νυφικό της μάμας.
Μου κάνει.
Άνθη λεμονιάς στολίζουν τα μαλλιά μου.
Ξυπνώ από τον λήθαργο.

Είμαι ήδη ντυμένη νύφη…
Ο καπτα Μπαρτόλο μου σφίγγει τον καρπό. Πονάω. Δαγκώνω την γλώσσα μου για να μην ουρλιάξω. Στυφό πολύ το αίμα. Το καταπίνω. Βασανιστικές γουλιές μικρού θανάτου.
Μουσικές και τραγούδια νυφικά, είναι για μένα. Μα δεν τα θέλω. Λουλούδια ριγμένα στα σοκάκια να τα πατήσει η νύφη η αγνή, δεν είμαι εγώ, η αμόλυντη, δεν είμαι εγώ.
Μ ακούτε; δεν είμαι εγώ.
Πόρνη, πόρνη στα λιμάνια, αυτό μου πρέπει. Να χορταίνω, λέει, τους πεινασμένους και να μη με γνωρίζει κανείς τους. Στα μουγκά. Όλα της νύχτας τα παιχνίδια, στα μουγκά. Για να τον εκδικηθώ.
Η γειτονιά μου τραγουδά, ο Μπαρτόλο ξοδεύτηκε. Να οι λίρες για τα όργανα, για τα κρασιά και τα φαγητά. Γελά και αλλιώτικο σαν να είναι το μούτρο του.
Ανάλαφρο.
Σαν να φεύγει το βάρος μου από πάνου του.
Τον σιχαίνουμαι, τον μισώ, όλους τους μισώ.
Φτάνουμε στην εκκλησία. Ο Μάριο, ο σακάτης γαμπρός, με τ άσπρα του τα πάχια και τα κατσαρά μαλλιά του, σιχαμένος, νερουλός πλάι στη σκύλα την μάμα του με περιμένουν. Φορά μαύρο στραβοκουμπωμένο κοστούμι, κρατά φρεσκοκομμένες φρέζες με το δεξί και το μπαστούνι του στ αριστερό χέρι. Ξάφνου το θυμάμαι…
Τα θυμάμαι όλα…
Τον θυμάμαι, απ τον πρώτο, εκείνον τον φοβερό εφιάλτη…
Ο σακάτης…
Φουσκοδεντριές ούρλιαζαν οι γυναίκες…
Λύπη με ζώνει για την χαλασμένη μου ζωή.
Κάτι ρωτά ο παπάς κοιτάω αλλού και βλέπω φευγαλέα το πρόσωπό μου στο τζάμι της εκκλησίας. Όμορφο, γαλήνιο.Πως είναι δυνατό; Αφού βράζω από θυμό.
Και ξαφνικά όλα εξατμίζονται.
Μια στήλη στάχτης που χάνεται απότομα.
Ξυπνώ κάθιδρη μες την νύχτα, ο Μάριο ο σακάτης ο άντρας μου, δίπλα μου βαριανασαίνει. Η μάμα του στην διπλανή κάμαρη.
Πως θα καταφέρω να φύγω; Ο Αγκουστίνο μου θα έρθει την νύχτα στην κάμαρη μου. Το ξέρω, μου το σφύριξε στο γλέντι των γάμων μου.
«Να με περιμένεις» μου είπε, «θα αργήσω, μα θα έρθω».
Ξεγλίστρησα.
Ροχαλίζουν τόσο δυνατά και οι δυο που και οι καμπάνες να χτυπούσαν δεν θα με άκουγαν.
Φτάνω στο σπίτι της Γκρατσιέλας.
Ευτυχώς η παλιόγρια, κοιμάται. Ακίνητη με γκρίζο σταχτί χρώμα.
Πιάτα με μισοφαγωμένο φαγητό, σκουλήκια.
Σιχασιά.
Τρίβω τα μάτια, τίποτα, όλα ψέμα. Κανείς δεν είναι εδώ να.
Μα ακούω το μάνταλο να ανοίγει.
Μπαίνει μέσα, γελά τι μου λέει; δεν με νοιάζει.
¨Μόνο ¨ πάρε με¨ του λέω ¨μαζί σου¨.
Δεν μιλά, κατεβάζει τα παντελόνια του.
Γελά και μπαίνει μέσα μου.
Την μέρα του γάμου μου με τον Μάριο τον σακάτη, πηγαίνω με άλλον.
Στριγκό, άγριο το γέλιο του.
«Αύριο το ξημέρωμα, φεύγω, σε είκοσι μέρες θα μαι σε άλλα πόρτια και σε άλλες αγκαλιές» αγκομαχά.
«Και γω;» τον ρωτώ ξέπνοη.
«Με τον σακάτη εσύ»
Με πονά μα δεν μιλώ, μόνο κλαίω.
…Και δεν είναι πια εφιάλτης, είναι η ζωή μου…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s