Ρομίνα (ο εφιάλτης). [Β’ μέρος]

“Κοιτάζω το φόρεμα μου και ξάφνου μοιάζει παλιό, κουρέλι. Βρώμικο, σκισμένο και τα πόδια μου ματωμένα..” – από τη Πέμη Γκανά

nightmare_by_weewill-d6rr2bt
Εφιάλτης.Σκοτάδι.
Πυκνό σκοτάδι καλύπτει το νησί και εγώ, λέει, με λευκά φορέματα και στεφάνι από κόκκινα μπουμπούκια περπατώ ξυπόλητη.Στα χέρια κρατώ μια αγκαλιά από κίτρινα άνθη ακακίας. Μου γλιστρούν όμως σιγά σιγά, και πέφτουν στο χώμα. Μια μακριά κίτρινη, λεπτή, φιδίσια γραμμή έχει σχηματιστεί πίσω μου και έχει φτάσει ως κάτω, στο πόρτο. Ο καπτα Μπαρτόλο με τα Κυριακάτικα ρούχα φρεσκοπλυμένα, να μυρίζουν τον καπνό απ’ τ’ Αλγέρι που καπνίζει, με συνοδεύει. Περήφανος, συγκινημένος. Συγκρατεί τα δάκρυα του με κόπο.Παραπίσω αγκαλιασμένες, επιτέλους μονοιασμένες πιασμένες χέρι χέρι η μάμα μου και η νόνα Γκρατσιέλα με καμαρώνουν, φοράνε κόκκινα μακριά φορέματα και πράσινα κεντητά κεφαλομάντηλα. Νέες, μοιάζουν νέες πολύ, κοπέλες σχεδόν συνομήλικες, και με δυσκολία τις αναγνωρίζω, “Είναι αυτές;” αναρωτιέμαι “Δεν είναι;”, μα ο Μπαρτόλο με τραβά.
“Πάμε” μου λέει, “μας περιμένουν, κοίτα”.

Και μια νέγρα -που δεν την έχω ξαναδεί- ξερακιανή, με τουρμπάνι στο κεφάλι, ντυμένη με κουρέλια για ρούχα που χάσκουν πάνω της, σαν ξένα αποφόρια, και με τα μάτια κόκκινα βαθουλωμένα μες τις κόγχες τους, μασουλώντας ταμπάκο κουνά το κεφάλι της, φτύνει το καπνό και κάτι μουρμουρά, σε μια γλώσσα ξενική. Κακή η όψη της, διαβολική.
Τρομάζω.

abysmal_maiden_by_micuet-dapbhvk

Το βλέμμα μου πέφτει στο στέρνο της, ανοιχτά τα κουμπιά του πουκαμίσου φανερώνουν τα μαραμένα τα στήθη της. Φορά στο λαιμό της το φυλακτό που μου φερε η μάμα πριν χρόνια – λεπτή μακριά αλυσίδα και το μπρούτζινο ακτινωτό μικροσκοπικό κουτάκι. Χρυσοί χαλκάδες κρέμονται απ τα αφτιά της και αστράφτουν μες την νύχτα. Τινάζει τα χέρια της προς τα εμένα σαν θυμωμένη, γελά αφήνοντας μια στριγκή, τσιριχτή φωνή, και το σημάδι μου στη βάση του λαιμού, με καίει. Πάλι…
Το σημάδι.
Παντρεύομαι, λέει, απόψε. Μόνο που ο γάμος δεν γίνεται πρωί όπως πρέπει, μα μες την νύχτα για να κρύψουμε την ντροπή.
…”Ρομίνα, μην μιλάς”..

Κοιτάζω πέρα στο βάθος και τον εβλέπω να φορά τον ναυτικό του σκούφο, όρθιος ο γιακάς απ το κοντό παλτό, μαύρο, έχει καβατζάρει κάποιο πόρτι, μακρινό. Φιλά λαίμαργα μια ξανθή πόρνη του λιμανιού, μισόγυμνη, ξετσίπωτη, φτιασιδωμένη σαν την θεατρίνα και μου στρέφει την πλάτη καθώς μπαίνει σε σπίτι χαμηλό και βρώμικο για να χορτάσει την πείνα που χει για γυναίκα, έπειτα από τόσους μήνους που θαλασσοδέρνεται στο νερό.
Κοιτάζω το φόρεμα μου και ξάφνου μοιάζει παλιό, κουρέλι. Βρώμικο, σκισμένο και τα πόδια μου ματωμένα. Το κορμί…το κορμί της μάμας αιωρείται, άψυχο κρεμασμένο από χοντρό σκοινί, όπως τότες. Και η Γκρατσιέλα με σταχτί δέρμα ρυτιδιασμένο, κλαίει στα πόδια της, μαυροφορεμένη.”Καημένη κόρη, κακορίζικο και συ…”.
Ξάφνου γελά,με κοιτάζει και αγριεύει, φλόγες πετούν τα μάτια της, θεριεύει, απλώνω τα χέρια μου να την σπρώξω με βία, μη και με καταπιεί πάλι…

Πετάγομαι μες την νύχτα, σκιαγμένη, μούσκεμα στον ιδρώτα.
Κάθε βράδυ ο ίδιος εφιάλτης…

(διαβάστε το επόμενο μέρος της ιστορίας…)

One thought on “Ρομίνα (ο εφιάλτης). [Β’ μέρος]

  1. προσεγμένη γραφή, με ισορροπία στο πέρασμα από το όνειρο στον εφιάλτη…Γρήγορη και άμεση η εναλλαγή των συναισθημάτων μεταξύ τρόμου, φόβου και αγωνίας. Εξαιρετικό. Ρένια Παπαπαματθαίου

    Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s