Ρομίνα (ο εφιάλτης). [Γ’ μέρος]

“Σκουλήκια, σιχαμένα σκουλήκια όλη μου η ζωή. Σιχαμένα σκουλήκια που με τρώγουν.” – από την Πέμη Γκανά

Περπατά σε στέρφα γη.
Το μουγκρητό της παλίρροιας ακούγεται δυνατό, πάψε δεν μπορώ να σε ακούω, πάψτε όλοι, το κεφάλι μου βουίζει. Τα κύματα σκάνε με βία πάνω στα άγρια βράχια, η θάλασσα ανταριασμένη μαύρη σχεδόν με τρομάζει, στο βάθος τα ψαροκάικα που φύγαν το πρωί παλεύουν να επιστρέψουν, γυναίκες και παιδιά, μαζί με γέροντες ουρλιάζουν ασφαλείς στην στεριά κάτω στο πόρτο, και οι ριπές του ανέμου φέρνουν την βροχή κατά πως ορίζουν, πότε λιμπέτσο και πότε γκραιγκάλε.Η παλίρροια ανεβαίνει τόσο γρήγορα, όσο δεν έχω δει ποτές μου. Αφηνιασμένα κύματα ρουφάνε τα πάντα στο διάβα τους. Η παγωνιά του χειμώνα δεν με αγγίζει πια. Ούτε κρύο νιώθω, μήτε και ζέστα.
Η Ρομίνα τρέχει με πόδια γυμνά.Τα πόδια μου είναι πληγιασμένα από τις κοφτερές πέτρες που υποχωρούν και πέφτουν στο γκρεμό, πιάνομαι τότε από κάτι άγριους θάμνους -θυμάρια θαρρώ. Κάποιες στιγμές γονατιστή με ματωμένα γόνατα σκαρφαλώνω και σαν καταφέρνω να σηκωθώ τρέχω στο παλιό, ξεχασμένο μονοπάτι. Το πουκάμισο μου μουσκεμένο σκίζεται, η φούστα ένα λασπωμένο κουρέλι.Μόνη με τα στοιχειά της φύσης, έτσι ακριβώς όπως το είχα ονειρευτεί, όπως το παρακαλούσα στις προσευχές μου, να ναι έτσι η λύτρωση της τελευταίας μέρας της ζωής μου. Άγρια, τρομαχτική, μοναχική. Μόνο αυτό μου δίνει κουράγιο.
Σε λίγο δεν θα ζω.
Θα πεθάνω.Θα βρουν το κορμί μου κομματιασμένο, διαλυμένο, μισοφαγωμένο απ τα ψάρια και έπειτα θα το παραδώσουν στο χώμα για να το αποτελειώσουν τα σκουλήκια. Σκουλήκια, σιχαμένα σκουλήκια όλη μου η ζωή. Σιχαμένα σκουλήκια που με τρώγουν.Παλεύω να σταματήσω τις φωνές μέσα στο κεφάλι μου, μιλάνε όλες μαζί, ουρλιάζουν, προσεύχονται, στριγγλίζουν, παρακαλάνε, -πάψτε, πάψτε πια, δεν αντέχω. Και κείνη η νόνα Γκρατσιέλα, να ορμηνεύει, μουρμουρητά. Αλλά σήμερα θα την νικήσω.robert_louis_stevenson_s_the_waif_woman_by_mgkellermeyer-d9efqzjΓια πρώτη και τελευταία φορά θα την τσακίσω και θα την παρασύρω στα πιο σκοτεινά μέρη της κόλασης, εκεί που βολοδέρνω τόσα χρόνια τώρα. Εκεί να καεί μαζί μου, να μην θεριέψει και άλλο από τους εφιάλτες μου, να μην μπει στην ψυχή άλλου ανθρώπου, στην ψυχή του παιδιού μου.
Να λευτερωθώ.

Φτάνω σχεδόν, και ακούω το παρακαλετό μουρμούρισμα της, ένα νανούρισμα ήρεμο σαν αυτά που είπα στο παιδί μου.«Πάψε» ουρλιάζω μα εκείνη μπαίνει στο μυαλό μου.Την βλέπω μπρος μου.
Η Ρομίνα κάθιδρη ξυπνά. Πετάγεται τρομαγμένη.

Πάνω από το κεφάλι της η νόνα Γκρατσιέλα, αυτός ο διάολος, ο νεκρός, είναι ολοζώντανος μπρος της. Μουρμουρά ακατάληπτες προσευχές. Βαθιές αυλακιές είναι χαραγμένες στο πρόσωπο της, κεφάλι γριάς μάγισσας στερεωμένο πάνω σε σώμα παιδικό.
Η Ρομίνα σκύβει το κεφάλι παραδομένη.
Ούτε απόψε την νίκησε…

(διαβάστε το επόμενο μέρος της ιστορίας…)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s