Ρομίνα (ο εφιάλτης). [Δ’ μέρος]

“Και η Ρομίνα, ουρλιάζει, μόνη.Σπαράζει.Ξεσκίζει τα μαύρα νυφικά της..” -από την Πέμη Γκανά

Η Ρομίνα περπατά στην ακροθαλασσιά την ώρα που σουρουπώνει. Κοιτάζει λυπημένη πίσω το χνάρι της. Απαλές πατημασιές στην άμμο, και ένα μαύρο πανί, τρύπιο, ίσα που ακουμπά κάτω. Φορά, λέει, μακρύ φόρεμα.
Το νυφικό της.
Γέλια ακούγονται από μακριά, απ΄ την φορτέτσα, γέλια και τραγούδια, και βιολιά νυφικά. Παντρολογιέται, ανάθεμά τον, παντρολογιέται με μιαν άλλην. Χαρές και κρασί ανάκατα με τις μυρωδιές του γιασεμιού, σφυρίγματα, και εκείνος γαμπρός, φορώντας τον ναυτικό του σκούφο, ατρόμητος, λεβεντόκορμος, χορεύει. Ολόμαυρα μισόκλειστα μάτια που γυαλίζουν. Είχε, λέει, στ αφτί στερεωμένο ένα μπουμπούκι γαρδένιας, και το χαμόγελο του νικητή σχηματισμένο στο πρόσωπό του. Λευκά δόντια. Όλες οι θάλασσες στα πόδια του, όλα τα παράξενα του κόσμου στα μάτια του, ντόκια και λιμάνια και πόρνες στην αγκαλιά του. Όλα δικά του.Άγρια είναι η νύφη, ίδια με την Καπράγια ένας βράχος, κακορίζικος, ένας φάρος σβηστός για να τσακίζονται πάνω του τα καράβια, στεγνή, αφόρητη, άχρωμη, τρομαχτική.
Στεγνή.
Τον κοιτάζει μα ξέρει πως δεν είναι δικός της. Δεν θα είναι ποτέ δικός της. Θα τον μοιράζεται με την Ρομίνα και τις λιμανίσιες του Κιλούγκ και του Παρανάγκουα, κάτω στα χαμόσπιτα της Κουριτίμπα.
Και η Ρομίνα, ουρλιάζει, μόνη.
Σπαράζει.
Ξεσκίζει τα μαύρα νυφικά της.
Να ήταν, παρακαλά η Ρομίνα, να ήταν μια λιμανίσια, να ξάπλωνε, φορώντας κόκκινα φτηνά τσίτια, με τους πιο άσκημους απ τους ναύτες για να τον ξέχναγε πάνω σε στρώματα, βρώμικα, ξένα.
Η θάλασσα την ακούει, η θάλασσα την συμπονά, αγριεύει, η θάλασσα δεν συγχωρά την αδικία. Αφρίζει και ξεσπά τον θυμό της στα βράχια. Η παλίρροια ανεβαίνει. Έτοιμη να πνίξει καράβια κι ανθρώπους.
Η Ρομίνα, αλίμονο, θα πνιγεί.
Και οι φωνές ξανάρχονται.
Πάψτε πια, δεν αντέχω.
Πάψτε.
Ποιος είναι όμως εκεί να την ακούσει;
Μόνο η Γκρατσιέλα την ακούει, η γρια μάγισσα με το σταχτί πρόσωπο, γεμάτο αυλακιές. Γελά. Γεμάτη κακία, έτοιμη να την παρασύρει μαζί της, σε μια κόλαση τρομακτική με φωτιές και δαίμονες. Η θάλασσα μουγκρίζει και η παλίρροια ανεβαίνει.
Η Ρομίνα, κάθιδρη ξυπνά, πετάγεται.Της είπε ψέματα, ούτε και απόψε την πήρε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s