“Ρομίνα – Ο εφιάλτης”. (στ’ μέρος)

“Πόρνη, πόρνη στα λιμάνια, αυτό μου πρέπει. Να χορταίνω, λέει, τους πεινασμένους και να μη με γνωρίζει κανείς τους.” – από την Πέμη Γκανά

la_sposa_bianca_nel_bosco_nero_by_entropiazero-daywquq.jpg

“Ο γάμος της Ρομίνας”


Έβαλα, λέει, το νυφικό της μάμας.
Μου κάνει.
Άνθη λεμονιάς στολίζουν τα μαλλιά μου.
Ξυπνώ από τον λήθαργο.

Είμαι ήδη ντυμένη νύφη…
Ο καπτα Μπαρτόλο μου σφίγγει τον καρπό. Πονάω. Δαγκώνω την γλώσσα μου για να μην ουρλιάξω. Στυφό πολύ το αίμα. Το καταπίνω. Βασανιστικές γουλιές μικρού θανάτου.
Μουσικές και τραγούδια νυφικά, είναι για μένα. Μα δεν τα θέλω. Λουλούδια ριγμένα στα σοκάκια να τα πατήσει η νύφη η αγνή, δεν είμαι εγώ, η αμόλυντη, δεν είμαι εγώ.
Μ ακούτε; δεν είμαι εγώ.
Πόρνη, πόρνη στα λιμάνια, αυτό μου πρέπει. Να χορταίνω, λέει, τους πεινασμένους και να μη με γνωρίζει κανείς τους. Στα μουγκά. Όλα της νύχτας τα παιχνίδια, στα μουγκά. Για να τον εκδικηθώ.
Η γειτονιά μου τραγουδά, ο Μπαρτόλο ξοδεύτηκε. Να οι λίρες για τα όργανα, για τα κρασιά και τα φαγητά. Γελά και αλλιώτικο σαν να είναι το μούτρο του.
Ανάλαφρο.
Σαν να φεύγει το βάρος μου από πάνου του.
Τον σιχαίνουμαι, τον μισώ, όλους τους μισώ.
Φτάνουμε στην εκκλησία. Ο Μάριο, ο σακάτης γαμπρός, με τ άσπρα του τα πάχια και τα κατσαρά μαλλιά του, σιχαμένος, νερουλός πλάι στη σκύλα την μάμα του με περιμένουν. Φορά μαύρο στραβοκουμπωμένο κοστούμι, κρατά φρεσκοκομμένες φρέζες με το δεξί και το μπαστούνι του στ αριστερό χέρι. Ξάφνου το θυμάμαι…
Τα θυμάμαι όλα…
Τον θυμάμαι, απ τον πρώτο, εκείνον τον φοβερό εφιάλτη…
Ο σακάτης…
Φουσκοδεντριές ούρλιαζαν οι γυναίκες…
Λύπη με ζώνει για την χαλασμένη μου ζωή.
Κάτι ρωτά ο παπάς κοιτάω αλλού και βλέπω φευγαλέα το πρόσωπό μου στο τζάμι της εκκλησίας. Όμορφο, γαλήνιο.Πως είναι δυνατό; Αφού βράζω από θυμό.
Και ξαφνικά όλα εξατμίζονται.
Μια στήλη στάχτης που χάνεται απότομα.
Ξυπνώ κάθιδρη μες την νύχτα, ο Μάριο ο σακάτης ο άντρας μου, δίπλα μου βαριανασαίνει. Η μάμα του στην διπλανή κάμαρη.
Πως θα καταφέρω να φύγω; Ο Αγκουστίνο μου θα έρθει την νύχτα στην κάμαρη μου. Το ξέρω, μου το σφύριξε στο γλέντι των γάμων μου.
«Να με περιμένεις» μου είπε, «θα αργήσω, μα θα έρθω».
Ξεγλίστρησα.
Ροχαλίζουν τόσο δυνατά και οι δυο που και οι καμπάνες να χτυπούσαν δεν θα με άκουγαν.
Φτάνω στο σπίτι της Γκρατσιέλας.
Ευτυχώς η παλιόγρια, κοιμάται. Ακίνητη με γκρίζο σταχτί χρώμα.
Πιάτα με μισοφαγωμένο φαγητό, σκουλήκια.
Σιχασιά.
Τρίβω τα μάτια, τίποτα, όλα ψέμα. Κανείς δεν είναι εδώ να.
Μα ακούω το μάνταλο να ανοίγει.
Μπαίνει μέσα, γελά τι μου λέει; δεν με νοιάζει.
¨Μόνο ¨ πάρε με¨ του λέω ¨μαζί σου¨.
Δεν μιλά, κατεβάζει τα παντελόνια του.
Γελά και μπαίνει μέσα μου.
Την μέρα του γάμου μου με τον Μάριο τον σακάτη, πηγαίνω με άλλον.
Στριγκό, άγριο το γέλιο του.
«Αύριο το ξημέρωμα, φεύγω, σε είκοσι μέρες θα μαι σε άλλα πόρτια και σε άλλες αγκαλιές» αγκομαχά.
«Και γω;» τον ρωτώ ξέπνοη.
«Με τον σακάτη εσύ»
Με πονά μα δεν μιλώ, μόνο κλαίω.
…Και δεν είναι πια εφιάλτης, είναι η ζωή μου…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s