“Το μυστικό του Μάινχεντ”( μέρος α’)

“Έφτασα γύρω στις 18.15 το απόγευμα και η πόλη βυθιζόταν σε μια ασυνήθιστη ησυχία.”
– από τη Μαρία Λυδία Κυριακίδου

Minehead

1.”Ταξιδεύοντας στο Μάινχεντ”

Με λένε Κλαρκ Τζόλι, είμαι 38 ετών και μέχρι πριν λίγους μήνες είχα την τέλεια ζωή. Δούλευα ως κομμωτής στο Γουέημαουθ και ήμουν ένας από τους καλύτερους, αναμφισβήτητα.

Για όσους από εσάς δεν έχετε επισκεφθεί το Ηνωμένο Βασίλειο ακόμα, είναι μια καλή ευκαιρία να σας πω, πως πρέπει σίγουρα να επισκεφθείτε το Γουέημαουθ, μιας που πρόκειται για μία από τις πιο όμορφες,μικρές επαρχιακές πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου.

Είναι μια μικρή παραθάλασσια πόλη το Γουέημαουθ, η οποία και βρίσκεται σε ιδανική τοποθεσία, κάπου στο μέσο της ακτής Τζουράσικ, μιας παράκτιας ζώνης,της οποίας πολλοί από τους δαντελωτούς βράχους χρονολογούνται ακόμη από την Εποχή του Τζουράσικ.

Στο πιο εντυπωσιακό σημείο της πόλης μου μάλιστα, στην παραλία Τσέζιλ, γνώρισα τον Ζακ , πριν ακριβώς τρεισίμιση χρόνια. Με τον Ζακ ήμουν πολύ ερωτευμένος και γρήγορα αποφασίσαμε να συζήσουμε. Όταν γνωριστήκαμε με τον Ζακ , εκείνος ήταν καθηγητής Ιστορίας στο Γυμνάσιο της πόλης, προσφάτως διορισμένος.

Είναι αλήθεια αστείο το πώς τον γνώρισα . Είχα βγει στην παραλία για κολύμπι στα μέσα του Οκτώβρη κι όλοι ξέρουμε πως δεν είναι ακριβώς ήρεμα τα νερά της θάλασσας τον Οκτώβρη. Το αγριεμένο κύμα παρέσυρε γρήγορα το μαγιό μου, ο Ζακ έβγαζε βόλτα την Ίρμα εκείνη την ώρα, το θηλυκό του μπόξερ..ε, λίγο το ‘να , λίγο το άλλο, προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Κι ευτυχώς για μένα, δηλαδή, που εκείνος νοίκιαζε ένα μικρό στούντιο εκεί κοντά και πετάχτηκε να μου φέρει κάτι να φορέσω.

Αχ, ο Ζακ! Πάντα,αδιόρθωτος.
Όλα κυλούσαν ήρεμα μαζί του, τα χνώτα μας ταίριαξαν από νωρίς και για τον πρώτο καιρό μέναμε πότε ο ένας στο σπίτι του άλλου. Όμως, μιας που τα σπίτια και των δυο μας ήταν μικρά για να στεγάσουμε τον έρωτα μας, αποφασίσαμε, τελικά, να μετακομίσουμε σε μεγαλύτερο.

Η ανάγκη για γρήγορη επίπλωση,λοιπόν,μου θύμισε πως υπήρχαν πολλά από τα πράγματα μου, που βρίσκονταν ,ακόμη, στη σοφίτα του πατρικού μου σπιτιού, καθώς και στο γκαράζ, από τα χρόνια που έμενα ακόμη στο Λονδίνο, δουλεύοντας ως ξεναγός στην Γκαλερί και Μουσείο Τέχνης “Μπεν Ούρι”.

Ωστόσο, δε κατάγομαι από το Λονδίνο. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια μικρή, εξίσου μαγική επαρχιακή πόλη, το Μάινχεντ. Αυτό το γεγονός σήμαινε πως έπρεπε να ταξιδέψω ως τη γενέτειρα μου, προκειμένου να τακτοποιήσω το ζήτημα με τα πράγματα μου. Έκανα κάποια τηλεφωνήματα, άλλαξα μερικά ραντεβού, τηλεφώνησα στους γονείς, αποχαιρέτησα τον Ζακ -που δε μπορούσε να με συνοδέψει γιατί είχε σχολείο- και έφυγα σε δυο μέρες για το Μάινχεντ.

Έφτασα γύρω στις 18.15 το απόγευμα και η πόλη βυθιζόταν σε μια ασυνήθιστη ησυχία. Υπήρχε κόσμος και αυτοκίνητα τριγύρω, μα, όλα έμοιαζαν κάπως σα να κινούνταν στο αθόρυβο. Δεν έδωσα και πολλή σημασία, ωστόσο και κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου.

Τέτοια ώρα οι γονείς μου θα πρέπει να βρίσκονταν στο σπίτι. Βασικά, πλέον,κάθε ώρα θα πρέπει να βρίσκονταν στο σπίτι,μιας που είχαν συνταξιοδοτηθεί κι οι δύο πριν από λίγα χρόνια. Το περισσότερο ,που θα τους έβρισκα να κάνουν, ήταν τη μητέρα να ασχολείται με τις γαζίες στον κήπο ή να μεταποιεί διάφορα παλαιά αντικείμενα και τον πατέρα να περνά ώρες στο γκαράζ- ένα μέρος του οποίου είχε μετατρέψει σε προσωπικό συνεργείο, προσπαθώντας να κοστουμάρει την αγαπημένη του Άλφα Ρομέο Σπάηντερ. Και τι δεν είχε “βάλει” επάνω σε αυτή την Άλφα Ρομέο!

Ωραίος τύπος ο πατέρας μου! Πραγματικά, χωρίς αμφιβολία,ήταν ένας κουλ τύπος. Ποτέ δε μου χάλασε χατίρι και πάντοτε επέμενε να παραμένω ο εαυτός μου. Κι ήταν για δικό του χατίρι που δε τα παράτησα ποτέ, ιδιαίτερα την περίοδο του σκληρού bullying που έτρωγα στο σχολείο.

Μ’αγαπούσαν και οι δυο γονείς μου και από παιδί δε μου ‘λειψε τίποτα και παρά το γεγονός ότι ήταν δύο γονείς που ανήκαν στην μεσαία τάξη, ήταν  δυο άνθρωποι που δούλεψαν πολύ σκληρά για να αποκτήσουν ό,τι απέκτησαν. Ερωτεύτηκαν, ακόμη από το Γυμνάσιο και δε χώρισαν ποτέ από τότε. Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι κι όλοι είχαν να το λένε πόσο ερωτευμένοι έμοιαζαν. Και ήταν!Η μητέρα, ήταν νοσοκόμα στο νοσοκομείο του Μάινχεντ  κι ο πατέρας, καθηγητής Βοτανολογίας στο  Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν, όπου και ταξίδευε δυο φορές την εβδομάδα.

Στις 7 παρά τέταρτο ήμουν στο κατώφλι του σπιτιού μου κι αυτό το θυμάμαι γιατί εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθε μήνυμα από τον Ζακ, ο οποίος με πληροφορούσε πως τελικά αποφάσισε τι χρώμα θα βάφαμε το σαλόνι και πως σε λίγο θα μου έστελνε και τις φωτογραφίες σχετικά.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου.

“Μαμά, μπαμπά!Είμαι σπίτι!” φώναξα δυνατά, με το γνωστό πειρακτικό ύφος μου.
Όμως, απάντηση δε πήρα..


(συνεχίζεται..)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s