Το μυστικό του Μάινχεντ (μέρος β’)

“Βγήκα στην μπροστινή αυλή και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο. Λίγο πριν κατέβω από το πεζοδρόμιο και περάσω απέναντι τον δρόμο,  ξάφνου,τα πάντα σκοτείνιασαν..” – από την Μαρία Λυδία Κυριακίδου

lights_that_might_be_northern_lights__by_squirreltune-dapez1t

2. “Μπλακ άουτ”

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Δεν έδωσα και πολλή σημασία, που προφανώς έλειπαν. Άνθρωποι είναι, σκέφτηκα, κάπου θα είχαν πάει, κάτι θα τους έτυχε. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή απογοητεύτηκα λίγο, που δεν υπήρχε κανείς να με υποδεχτεί, όπως και το συνήθιζαν, δηλαδή.

Άφησα τα κλειδιά μου πάνω στο επιπλάκι, που είχε η μαμά στο χωλ, αριστερά της εξώπορτας κι έριξα μια κλεφτή ματιά στον καθρέπτη. Είχα να κοιμηθώ καλά για αρκετό καιρό, καθώς από τη μία πλευρά είχα να διευθετήσω τη μετακόμιση , ενώ από την άλλη δούλευα ,σερί για τρεις ημέρες ,χτενίζοντας ολόκληρη την θεατρική ομάδα του Γουέημαουθ, η οποία έδινε τρεις συνεχόμενες παραστάσεις στα θερινά φεστιβάλ των γειτονικών πόλεων – συν αυτό του Γουέημαουθ.

Ήμουν κουρασμένος, σίγουρα, είχα όμως μια ανίκητη επιθυμια να τακτοποιηθώ πριν το τέλος του μήνα, δηλαδή σε μια περίοδο δέκα ημερών κι από την άλλη…χμ.. δε ξέρω, κάτι σε γλυκιά νοσταλγία με έπιασε ήδη με την είσοδο μου στο Μάινχεντ. Τελικά ήταν μια καλή ευκαιρία να ταξιδέψω στη γενέτειρα μου. Την είχα πεθυμήσει και δε το ‘χα καταλάβει.

Ήδη μπαίνοντας στην πόλη, έριξα μια ματιά στο κουρείο του γέρο Χένρυ. Το κουρείο του γέρο Χένρυ είναι το πρώτο κατάστημα,που παρατηρεί κανείς εισερχόμενος στην κεντρικη λεωφόρο και βρίσκεται δίπλα στο παλιο ρολόι της πόλης (σημείο που δείχνει πως το κέντρο  μετατοπίστηκε με τα χρόνια) κι είναι η αιτία που αγάπησα την κομμωτική,σα τέχνη.

Ώρες χάζευα έξω από τη βιτρίνα του κουρείου , παρατηρώντας προσεκτικά όλες εκείνες τις μαγικές κινήσεις των δακτύλων, που κυριαρχούσαν  πάνω σε δυο λεπίδες. Ήταν θαυμαστός ο τρόπος που παραδινόταν το  μαλλί και μετατρεπόταν, από αχυρένιο σωρό, σε έργο τέχνης! Ο γέρο Χένρυ μ’έκανε χάζι, έτσι αφοσιωμένος που ήμουν -κι ήμουν δεν ήμουν 9 χρονών τότε- το ίδιο  έκαναν και οι πελάτες του, σε σημείο μάλιστα, που πολύ γρήγορα έγινα η μασκότ του μαγαζιού. Έτσι λοιπόν, ο γέρο Χένρυ, που δεν είχε παιδιά, επισκέφθηκε ένα απόγευμα της επόμενης χρονιάς τους γονείς μου, ζητώντας τους να μου επιτρέψουν να μαθητεύσω κοντά του το καλοκαίρι…ε, και κάπως έτσι άρχισε η σχέση πάθους μου με τα ψαλίδια.
Πόσο είχα νοσταλγήσει το κουρείο του γερο Χένρυ!

Αυτά σκεφτόμουν και χωρίς να το ΄χω καταλάβει συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν ήδη στην κουζίνα και μασουλούσα λίγο καρότο από το ψυγείο της μαμάς. Και πρέπει να καθόμουν εκεί για κάποια ώρα, γιατί η πόρτα του ψυγείου ήταν ανοιχτή, ένω το άλλο μου χέρι γέμιζε ένα ξεχειλισμένο ποτήρι γάλα, που είχε ποτίσει ήδη τον πάγκο της κουζίνας κι έτρεχε προς τα κάτω σαν απαλή καλοκαιρινή βροχή. Περιέργο θα μου πείτε, μα η αλήθεια είναι πως εκτός από περίεργο είναι και διασκεδαστικό να επικοινωνείς με τον γυρω κόσμο σε διαλείμματα.

Μάζεψα, όπως όπως, το βρεγμένο πάτωμα και κάλεσα από το κινητό μου τους γονείς. Πρώτα προσπάθησα με τον αριθμό του πατέρα. Έπειτα με της μητέρας. Καμία τύχη. Επέμενε να βγαίνει ο τηλεφωνητής, ενημερώνοντας με πως  ” ο αριθμός που καλούσα βρίσκεται προσωρινά εκτός δικτύου”. Τι να ‘γιναν αυτοί οι άνθρωποι, αναρωτήθηκα κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πως η βαλίτσα μου βρισκόταν ακόμη στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου μου. Έπρεπε να βγω να την πάρω, είχα το φορτιστή του κινητού μου τηλεφώνου μέσα, χώρια που χρειαζόμουν επειγόντως ένα ντους.

Είχε ήδη σκοτεινιάσει . Δεν είδα τι ώρα ήταν ,μα τα φώτα της πόλης φαίνονταν ολοκάθαρα από το παράθυρο του σαλονιού μας και μιας που το σπίτι μας ήταν χτισμένο σχεδόν στην άκρη του λόφου, μπορούσε κανείς να χαζεύει με τις ώρες, το πώς αυτά τρεμόπαιζαν στον ορίζοντα. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, προσπαθούσα να συνθέσω ολόκληρα μουσικά κομμάτια σύμφωνα με τον ρυθμό που αναβόσβηναν, τρεμοπαίζοντας, τα φώτα της πόλης.

Αφαιρέθηκα πάλι, μα πρέπει να κράτησε λίγο. Βγήκα στην μπροστινή αυλή και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο. Λίγο πριν κατέβω από το πεζοδρόμιο και περάσω απέναντι τον δρόμο,  ξάφνου,τα πάντα σκοτείνιασαν. Προσπάθησα να αναχαιτίσω λίγο από την απρόσμενη συσκότιση, ψάχνοντας  λίγο φως ,με το κεφάλι μου να στριφογυρίζει γύρω γύρω, μα, δυστυχώς,ως εκεί που μπορούσα να δω, δεν έβλεπα απολύτως τίποτα.

Έκανα γρήγορα να βρω τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην τσέπη μου. Απενεργοποιώντας τον συναγερμό, θα μπορούσα να μπω στο αυτοκίνητο και να ανοίξω τους μπροστινούς προβολείς. Μάταια. Όσες φορές κι αν το προσπάθησα, το καταραμένο δεν υπάκουγε.
Άραγε να μην είχα αλλάξει τις μπαταρίες του για καιρό;  Μα, τι είχε πάθει ξαφνικά; Και βασικά,πού ήταν όλοι; Δε θα ‘πρεπε να ‘χα ακούσει ήδη φωνές από τα γύρω σπίτια; Δε θα ‘πρεπε ήδη να ΄βλεπα φακούς ή κεριά αναμμένα; Πού ήταν ο σκύλος των Πάουελ να γαβγίσει σα δαιμονισμένος, όπως πάντα;

Τι διάολο;;


(συνεχίζεται..)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s