Ανάδυση

Οδυνηρό να αναβιώνεις τον πόνο με όλο το είναι σου. -από τον Αστροβάμονα

(…συνέχεια από απόσπασμα Ε4)

“Άνοιξα τα μάτια. Καμία διαφορά. Σκοτάδι αδιαπέραστο.

Σιωπή. Έπιασα τα αυτιά μου, ή έτσι νόμισα. Δεν τα άγγιζα. Ξένο σώμα. Έβαλα τα κλάματα. Περίεργο. Ούτε το κλάμα μου άκουγα. Σαν να μήν έβγαινε φωνή. Προσπάθησα να κουνηθώ. Τίποτα δεν ένοιωθα. Ήμουν όλος μουδιασμένος. Σταμάτησα να κλαίω και προσπάθησα να καταλάβω. Δεν έβγαζα νόημα.

Αργά στην αρχή, γρήγορα μετά, θυμήθηκα. Τον ουρανό με τα κύματα, τη μαμά, το υπόγειο, την σιδερένια αποθήκη, τον τρομερό κρότο…

– Μαμά, μαμαααά….

Ξανάβαλα τα κλάματα, αλλά τώρα άκουγα το κλάμα μου. Αχνά στην αρχή, όλο και δυνατότερα όσο περνούσε η ώρα. Και το πάτωμα; Σαν κρύο μου φάνηκε. Κρύο; Έ! Καταλάβαινα το πάτωμα. Έκανα να κουνηθώ. Τώρα ναι. Κάτι γινόταν. Λίγο τα πόδια, λίγο περισσότερο τα χέρια. Στην αρχή ένα μούδιασμα, αισθητό όμως, κάπως σαν γαργαλητό…

Και τότε, όρμησε ο πόνος. Βελόνες τρυπούσαν παντού το κορμί μου. Έπιανα με αγωνία το στήθος μου, τα μέλη μου, το κεφάλι. Αλλά πονούσα, πονούσα πολύ. Κι έκλαιγα, δυνατά, γοερά. Κι άκουγα, καλά, το κλάμα μου. Αλλά δεν έβλεπα. Τίποτα δεν έβλεπα. Είτε ανοιχτά είχα τα μάτια, είτε όχι έκανε το ίδιο. Ο πόνος έφευγε σιγά – σιγά, κι ανακουφίστηκα. Σταμάτησα να κλαίω και στηρίζοντας το σώμα μου στα χέρια και στα γόνατα, μπουσούλησα προσεχτικά. Άγγιξα με το χέρι κάτι μαλακό, ένα ρούχο. Προχώρησα ψηλαφητά. Ζεστό σώμα, γνωστή μυρωδιά.

– Μαμαά, μανούλααα….

Την αγκάλιασα και τριβόμουν πάνω στο αγαπημένο κορμί, ώρα πολλή. Κοιμάται; Και γιατί δεν ξυπνάει; Τρόμαξα. Άρχισα να την ταρακουνάω με δύναμη και να φωνάζω.

Τρεμουλιαστά στην αρχή, πιό σίγουρα τώρα, την ένοιωσα ν’ ανασαλεύει.

Βόγγηξε. Η μαμά, η μαμά ξύπνησε! Η χαρά μου απερίγραπτη. Όρμησα να την φιλάω στο πρόσωπο.

Αισθάνθηκα το χέρι της να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.

– Είσαι καλά; ψιθύρισε
– Ναι μανούλα μου. Αλλά, γιατί δεν βλέπω τίποτα;
– Θα φέρω φώς, περίμενε.

Την ένοιωσα να σέρνει τα βήματα δισταχτικά στο πάτωμα κι άκουσα που έψαχνε επίμονα τα ντουλάπια.

Και, ξαφνικά, ήρθε το φώς και με τύφλωσε.

Ελάτε! Ανοίξτε σιγά-σιγά τα μάτια σας να συνηθίσετε.

(Απόσπασμα μνήμης,
παραλλαγή Α2a: Πόλεμος.
Ξύπνημα στο σκοτάδι)

Το πρώτο που είδα ήταν το παραβολικό κάτοπτρο του προβολέα του φακού.

Μετά, δύο τρύπες στο κάτοπτρο, δεξιά κι αριστερά από την λάμπα του προβολέα.

Κι ύστερα, δυό ίριδες ματιών να σαλεύουν πίσω από τις τρύπες.

Ο προβολέας αποτραβήχτηκε.

ImageHandler-38

Πίσω του φάνηκε το κεφάλι, το ντεκολτέ και η πράσινη ρόμπα της ιατρού βάρδιας.

Και ο θάλαμος εντατικής του ιατρείου του σκάφους.

-“Ουφ! Δεν τον χάσαμε, τελικά” είπε η ρόμπα, κι απομακρύνθηκε θροΐζοντας.

Ένα πλάγιο γελάκι απέμεινε να αιωρείται αυθάδικα στ’ αυτιά μου.

(Απόσπασμα μνήμης Ε5:
Τελευταίο ταξείδι.
Ξύπνημα από τον εφιάλτη)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s