“Λογοτέχνης θα πει..”

“Για εμάς λοιπόν, δεν υπάρχει τυποποιημένη έκδοση του σωστού λογοτέχνη.
Δεν υπάρχει αστικό μοτίβο, ηθικός κανονισμός, τύπος χαρακτήρα ή τεχνοκρατική κανονικότητα.” – από τη Μαρία Λυδία Κυριακίδου

a_writer_____by_orazioflacco-d4l6p0q
Λογοτεχνία. Ελλάδα.
Σωτήριο έτος, 2017.

Να κλάψει κανείς, να γελάσει, να θυμώσει ή απλά να αδιαφορήσει; Ιδού το ερώτημα για ένα ζήτημα που μαζί με όλα όσα βρίσκονται σε κρίση, περνάει την ολόδικη του. Πολλοί οι λόγοι γέννησης αυτού και δεν εξαντλούνται σε τούτο το ταπεινό κείμενο σε καμία περίπτωση- καλά καλά δεν αγγίζονται με το παρόν, εδώ που τα λέμε.

Τι σημαίνει όμως, αλήθεια, να είναι κανείς συγγραφέας/ λογοτέχνης/ποιητής;

Υπό μια πρώτη ετυμολογική ανάλυση του όρου “συγγραφέας”, θα  ονομάζαμε εκείνον, ο οποίος συγγράφει. Με την έννοια αυτή, όλοι όσοι έχουν αποκτήσει τη γραπτή δεξιότητα από την εποχή που πήγαιναν σχολείο, μπορούν να ονομάζονται συγγραφείς.
Βέβαια, η βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ ενός που γράφει κι ενός λογοτέχνη, είναι πως ο δεύτερος αγαπά αυτό που κάνει. Το αγαπά πολύ. Παθιάζεται με την πένα. Με τη δακτυλογράφηση. Με την τοποθέτηση των σκέψεων σε απεικονιστικές, με σύμβολα γραμμάτων και στίξεως, αράδες.
Ο λογοτέχνης, με δυο λόγια, ζει γι ‘αυτό.

Λογοτέχνες λοιπόν, θα ονομάσουμε εδώ, όλους όσους ζουν για να γράφουν κι όσους γράφουν για να ζουν. Όσους γράφουν για να επιβεβαιώνουν την αναπνοή. 

Αναμοχλεύοντας τη μνήμη, θυμόμαστε πως κάποτε, ανοίγαμε ένα βιβλίο – είτε αυτό αφορούσε σε ελληνική είτε σε ξένη λογοτεχνία- και σπάνιζαν οι περιπτώσεις να διαβάζαμε κάτι που να μη μας εντυπωνόταν σε βάθος, με τον έναν ή άλλο τρόπο. Που να μην ήταν σε θέση να ανακατέψει τον βυθό μας ή τουλάχιστο να μας σκουντήξει για να το κάνουμε οι ίδιοι.

Περιεχόμενο, χαρακτήρας, ύφος, στυλ κάθε συγγραφέα ήταν ιδιαίτερα. Τον έκαναν, θέλοντας και μη, να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ακόμη και στα κοινά σημεία γραφής μεταξύ συγγραφέων, διασκέδαζε ο αναγνώστης, πάντα μάθαινε, πάντα ταξίδευε και κάπου αλλού,  κι αυτό επειδή είτε διέκρινε ευθαρσώς τις διαφορές στις στάσεις των ταξιδιών, στον οδηγό του ταξιδιού, στο μέσο με το οποίο εκείνος ταξίδευε με συνεπιβάτη τον ίδιο, είτε εντυπωσιαζόταν με τις  συγγραφικές τομές πολλών  τέτοιων οδηγών,που θα μπορούσαν νοερά να χτίσουν ατελείωτες ράγες συνεχόμενων βαγονιών μυθοπλασίας, βρισκόμενοι στο ίδιο ταξίδι.

Αντιλαμβανόταν τις δημιουργικές επιρροές του ενός επάνω στον άλλο και εκστασιαζόταν στην εικόνα ενός ενιαίου ,τελικά, γραπτού λόγου, που δεν είχε τέλος, δεν είχε αρχή, δεν είχε σχήμα, δεν είχε συγκεκριμένο προορισμό.  Ενός λόγου, χτισμένου πάνω σε μια χρονική και χωρική διάταξη, που όμως δε ταλαιπωρούσε, δε τσαλαπατούσε ώστε να κυριεύσει σε όποια κανονικότητα: αντίθετα, φυσούσε επάνω της, διατείνοντας την σε ένα αχωρόχρονο σύμπαν.

Τουλάχιστον, έτσι απολαμβάναμε κάποιοι από εμάς τα βιβλία των μεγάλων συγγραφέων κι άλλων τόσων, που ανακαλύψαμε τυχαία χωρίς απαραίτητα να χαίρουν όλοι μεγάλης αναγνωρισιμότητας. Συχνά, μάλιστα, ανάμεσα σε τέτοιους “αθόρυβους” συγγραφείς, βρίσκαμε ακόμη μεγαλύτερους θησαυρούς.

Σε ένα βήμα πιο πέρα, ξεκινήσαμε να  μελετάμε τις ζωές των περισσότερων συγγραφέων που αγαπήσαμε και συνειδητοποιήσαμε ,έκπληκτοι, πως το να είσαι συγγραφέας δεν είναι τελικά τυχαίο. Όμως δεν είναι και προγραμματισμένο. Αντιληφθήκαμε πως συγγραφέας γεννιέσαι και πως κάποτε ίσως το ανακαλύψεις κι ίσως μάλιστα να αποκτήσεις και την πολυτέλεια να  μοιραστείς αυτήν την ανακάλυψη με τον κόσμο.

Όπως και να είχε, ο κάθε συγγραφέας από όσους μνημονεύονται με αξιοσύνη ως τις μέρες μας, ήταν άνθρωποι που δοκιμάστηκαν στ’ αλήθεια. Κι ήταν κι άνθρωποι που, το περισσότερο, έμοιαζαν ελάχιστα ή και καθόλου μεταξύ τους.

Διαμερισμένοι σε διαφορετικούς όρους εποχών, χαρακτήρων, νοοτροπίας, αντικειμενικών συνθηκών παιδικής ηλικίας, σπουδών, προσωπικής ζωής, καριέρας, κοινωνικής αποδοχής κι όμως, μέλη της ίδιας, μεγάλης, ατελείωτης οικογένειας: της λογοτεχνίας.

Τι ήταν αυτό, άραγε, που τους έβαζε μαζί και χώρια την ίδια στιγμή;
Πιθανόν η διαφορετικότητα τους, ή καλύτερα, η αυθεντικότητά του πάθους τους για τη γραφή, που τους έστηνε ως γνήσια διαφορετικούς αλλά και που τους ένωνε έναν έναν ξεχωριστά , ως τα απαραίτητα ζωτικά όργανα του ίδιου ζωντανού οργανισμού : της τέχνης του λόγου.

Όλα αυτά, μας  έκαναν να εκτιμήσουμε και να επανεκτιμήσουμε, ξανά και ξανά το έργο και την κληρονομιά καθενός από αυτούς σε μιαν άλλη, πολυεπίπεδη βάση. Με έκπληξη μάλιστα διαπιστώσαμε την διαρκή επικαιρότητα πολλών συγγραφέων, μέσα από τα πονήματα των οποίων, βοηθηθήκαμε στο να κατανοούμε σε όλο και περισσότερο σε βάθος την εξέλιξη της κοινωνικής φύσης-  δηλαδή τον εαυτό μας.

Ωστόσο, όσο περνάει ο καιρός κι οι άνθρωποι που περνούν μαζί του αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο παρατηρούμε κι αντιμετωπίζουμε το παρόν, ή τον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε το παρελθόν, τόσο το συναίσθημα της βαθιάς εντύπωσης μετά από μια ανάγνωση μειώνεται. Το γιατί συμβαίνει αυτό, είπαμε και νωρίτερα πως είναι αντικείμενο μιας έτερης, μεγάλης συζήτησης, που θα κρατήσει καιρό.

Από την άλλη όμως, μπορούμε στο παρόν να υπερτονίσουμε μιαν ειδική πτυχή της “κρίσης” του φαινομένου. Αυτήν, της τάσης να μπαίνουν ορισμοί στο τι πρέπει να σημαίνει να είναι κανείς λογοτέχνης κατά το ορθόν, το πρέπον, το κοινωνικά αρμοστόν, το ηθικά επιβεβλημένον. Μιας αστείας τάσης δηλαδή, που παρατηρείται, τουλάχιστον, στη χώρα μας- κι εδώ να καταθέσουμε την ευχή να μην γεννάται σε άλλον τόπο.

Διαβάζουμε συχνά, ή αντιλαμβανόμαστε από τα συμφραζόμενα ή από τις ενδείξεις της λανθάνουσας επικοινωνίας μεταξύ αλλλήλων, πως ένας συγγραφέας στην Ελλάδα, “οφείλει να κρατάει συγκεκριμένο προφίλ”.

Τα προφίλ αυτά, συνοψίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες – χωρίς να αναφερθούμε εδώ στις εξαιρέσεις: α)  σε αυτά που αφορούν στους κανονισμούς διαφόρων ομάδων, παραλλαγές μιας δήθεν ελιτίστικης κλίκας μεταξύ “γνωστών συγγραφέων και φίλων αυτών”, που σνομπάρουν επιδεικτικά ό,τι δε τους μοιάζει, δε τους ανήκει, δε τους ταιριάζει ή δε τους κάνει “αέρα” και β) σε αυτά που αφορούν σε εμπορικές αντιπροσωπείες εκδοτικών οίκων, με τη μορφή ανταλλακτικών αναλώσιμων- με κάθε κόστος.

Όλα τους κοστίζουν. Μα πιο πολύ κοστίζουν στη λογοτεχνία.

Κι έτσι, έχουμε από τη μία το “γελάμε” και από την άλλη το “χασμουριόμαστε”.
Ή και τα δύο. Δε θα μπούμε όμως ούτε σε αυτό το δωμάτιο.  Για την ώρα το κοιτάμε απέξω.

Αντίθετα, θα επιμείνουμε στο τι θεωρούμε εμείς πως είναι ένας λογοτέχνης-
τουλάχιστον θα καταθέσουμε ε λεύ θε ρα την άποψή μας.

ba03486f89a39b687a7482b18acd4b0d-d5d6skl.jpg

Για εμάς λοιπόν, δεν υπάρχει τυποποιημένη έκδοση του “σωστού” λογοτέχνη.
Δεν υπάρχει αστικό μοτίβο, ηθικός κανονισμός, τύπος χαρακτήρα ή τεχνοκρατική κανονικότητα.
Διαβάζουμε τόσες μπαρούφες δεξιά κι αριστερά για το πώς πρέπει να μοιάζει ο λογοτέχνης και μας σηκώνεται ολίγον τι η τρίχα.
Διάβασαν, άραγε, ποτέ όλοι εκείνοι που γνωρίζουν “πώς πρέπει να μοιάζει ο ποιητής ή ο συγγραφέας”, τις βιογραφίες των μεγαλύτερων συγγραφέων όλων των εποχών;
Αναρωτιόμαστε αλήθεια.
Ένας από τους λόγους που συμπεριλάβαμε τη στήλη αφιερωμάτων σε βιογραφίες διασήμων λογοτεχνών και καλλιτεχνών στο παρόν  περιοδικό, ήταν ακριβώς αυτός.
Καταρχήν και κατ’ αρχάς, για να μαθαίνουμε προσωπικά οι ίδιοι, μιας που διψούμε για οποιαδήποτε γνώση και για να μοιραζόμαστε τη γνώση, με όσους μοιραζόμαστε την ίδια δίψα.
Κατά δεύτερον, μπας και καταρριφθούν οι μπουρδολογίες και γίνει αντιληπτό πως υπάρχει ένα μοτίβο για τον αληθινό λογοτέχνη: το κανένα μοτίβο.
Μόνο πάθος για τη γραφή υπάρχει.
Όλα τα άλλα είναι ετικέτες που προσπαθούν οι δειλοί, ή άσχετοι, να κολλήσουν στους θαρραλέους.  Είναι ένα είδος  ετικετών- bullying , από αυτά που δε φαίνονται εξ όψεως και που όμως προκαλούν την αργή σήψη εκ των έσω.

Κι όσοι λογοτέχνες προθυμοποιούνται να τις φορέσουν, προκειμένου να γίνονται εμπορικοί αντιπρόσωποι ή απλώς αποδεκτά μέλη της προαναφερθείσας ελίτ “κατά το ορθόν”, φθίνουν από μέσα. Διακόπτουν βίαια το πάθος τους. Το κάνουν να ομοιάζει. Το υποχρεώνουν σε τυποποίηση.
Το θανατώνουν.

Και κάπως έτσι- μα και για άλλους λόγους βεβαίως, βαθειά κοινωνικούς- γεμίζουμε από βιβλία σε ράφια των σούπερ μάρκετ και σε πάγκους πανηγυριών. Από βιβλία σε τιμή ευκαιρίας, από βιβλία συγγραφέων, θύματα ενός άλλου τύπου trafficking της εποχής μας.
Συνοψίζοντας, να επιμείνουμε στο ότι ο συγγραφέας μπορεί να είναι πολλά πράγματα, αλλά ένα είναι που δε μπορεί: να φοράει ετικέτα. 

Όσοι από σας, λοιπόν, επιθυμείτε διακαώς τη γραφή, απλά πετάξτε τις ετικέτες, ξεντυθείτε και απολαύστε το.

Αφήστε την συγγραφική  #αποδύοψη να ξεκινήσει.

Σας περιμένουμε εναγωνίως.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s