“Η εξομολόγηση μιας άνοιξης”


”Μην με κοιτάζεις έτσι.
Τράβα αν θέλεις λίγο την κουρτίνα.
Έχει ωραία θέα από εδώ.
Μην με κοιτάζεις έτσι.”
– από τον Αλέξανδρο Δαμουλιάνο

 

it__s_time_for_spring_by_dargeg

Ήταν υπάκουο απόψε το φεγγάρι
στα συμφέροντα της παράνομης μας ζωής.

Σαν μια ρηχή γυάλα
και μέσα να γυροφέρνει
ένας εξημερωμένος ωκεανός,
και, ‘γω ποτέ δεν σκέφτηκα να τον αφήσω
στο φυσικό περιβάλλον του Απέραντου.

Είχα αναπαυτεί, βλέπεις,
πως επειδή δεν ήξερε
ούτε την λέξη να γράψει ελευθερία
δεν ‘ξερε και να την προφέρει.

Μα τι λέω;
Και ο πιο αγράμματος περιορισμός
πάντοτε, κρυφά ή φανερά,
ζητά αυτό το αναθεματισμένο επιπλέον
απ’ την άνοιξη που του ανήκει.
Βλέπεις, δώσανε σε μένα τον ρηχό
να συντηρώ ωκεανούς.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Μην με κοιτάς,
γιατί μου θυμίζεις
όσα μου κατάσχεσε ο Θεός
απ’ την κληρονομία της θνητότητας.
Και ποιος ξέρει
τι Του ψιθύρισε τελευταία στιγμή η Πτώση,
πριν με Δανείσει
στην αξεδίψαστη αγκαλιά της μάνας μου,
να με υιοθετήσει
κάποιο απωθημένο της συναίσθημα,
και, με Βάφτισε
στο βαλτώδες Αίμα της Ποίησης.

Δεν ξέρω, βέβαια, αν Έστειλε εν αγνοία μου
κάποιο άνεργο ή απόστρατο Χερουβίμ
να επιθεωρεί πως ανατρέφω τα χαρίσματα μου
πως ανατρέφω την θυσία μου.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Τράβα αν θέλεις λίγο την κουρτίνα.
Έχει ωραία θέα από εδώ.
Τούτη την θάλασσα
την έκτισε κύμα κύμα η μετάνοια.
Ξέρω, εσύ προτιμάς να θαυμάζεις
πιο θαρραλέα τοπία,
και, ‘γω το ίδιο.

Μα πολλές φορές γλίστρησα
απ’ την προβλήτα της θύμησης
και έπεσα μέσα σ’ αυτήν την θάλασσα,
ή άλλοτε πάλι δέθηκε γύρω στον λαιμό μου
θηλειά το βλέμμα μου και πέτρα το δάκρυ
με παρέσυρε στον πάτο.
Και γελούσα μ’ όποιους περαστικούς αφρούς
νόμιζαν πως πνιγόμουν
και προσπαθούσαν να με τραβήξουν
στην επιφάνεια.

Μα στ’ αλήθεια δεν πνιγόμουν.
Περισσότερο πνιγόμουν
όταν κάποιος με τραβούσε προς τα έξω.
Ξεχνιόμουν, έτσι όπως κοίταζα
να λάμπουν τα βαθιά βαθιά γεράματα αυτής της θάλασσας.
Και έτσι όπως γερνούσε αυτό το βάθος,
έτσι όπως γερνούσε αυτή η μετάνοια,
αυτή η θάλασσα
νόμιζα και ‘γω πως δεν θα γεράσω ποτέ,
μα γέρασα κρυφά από μένα.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Πρόσεχε μ’ αυτές τις φωτογραφίες,
είναι εύθραυστες οι αναμνήσεις τους,
είναι εύθραυστες κι οι ίδιες.
Ναι, χαμογελούσαν πιο συχνά
οι επιφυλάξεις τότε.

Σαν να μην δίσταζαν να σκεφτούν
ν’ αφήσουν τους κατοικίδιους τους ωκεανούς
στο αφιλόξενο περιβάλλον
της φυσικής βιασύνης των ανθρώπων.
Και δεν φοβούνταν να κοιμηθούν
με τα παράθυρα ανοιχτά,
και, κάθε βράδυ να μπαινοβγαίνουν
ο θάνατος και η δόξα,
όπως η σκιά μπαινοβγαίνει στο σώμα.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Όχι, όχι δεν μπορώ να φύγω
απ’ αυτό το σπίτι.
Αν φύγω θα γκρεμιστεί, θα πέσει.
Μια πετρόκτιστη ρίζα του η καρδία μου
με την οποία αφουγκράζεται
τις μεγάλες κουβέντες των νεκρών,
τα κυριακάτικα τραπέζια τους
που στρώνουν κάθε μέρα
-κι ας μην είναι Κυριακή.

Τα στρώνουν περιμένοντας πάντοτε
τους ζωντανούς τους,
έρχονται, δεν έρχονται
εκείνοι πάντως τα στρώνουν κάθε μέρα
-κι ας μην είναι Κυριακή.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Οι δικοί μου καμάρωναν –θυμάμαι-
την μελετηρή μου δύναμη.

Την είχαν, μάλιστα, υπόδειγμα μαθήτριας
του θάρρους, και, συχνά την προωθούσαν
στα κυκλώματα του εκάστοτε μαικήνα αγώνα.
Που να ‘ξεραν κι αυτοί, που να ‘ξεραν κι όλοι τους,
πως ήταν μία σωσίας της πραγματικής μου δύναμης,
κάποια που μονάχα της έμοιαζε.

Την είχα ψαρέψει στα πορνεία της ηττοπάθειας.
Με πίεζαν οι οικείες συγκυρίες
πως έπρεπε να αποκαταστήσω το κουράγιο μου,
τόσα χρόνια μόνο του
από τότε που το εγκατέλειψε η πρώην δύναμή του.

Έτσι, βρήκα αυτή την πόρνη απάθεια,
την δασκάλεψα, της έμαθα να μιλά και να φέρεται,
και, έπεισε τελικά για πραγματική δύναμη.
Ίσως, μετά από τόσα διδάγματα
να ‘νιωθε και η ίδια πραγματική δύναμη.
Ναι, ναι, ίσως.

Ναι, και εγώ δούλεψα κάποτε σ’ αυτά τα πορνεία –γιατί ρωτάς;
Πολλές νέγρες σκέψεις χάρηκαν το σώμα μου
πληρώνοντας ακριβά, βέβαια,
σ’ αυτόν τον άπληστο νταβατζή της ψυχής μου, τον φόβο.

Φόβος για όλα,
για σένα για μένα,
μην φύγεις μην φύγω,
μην χάσω την θέση μου στο ταλάντεμα,
μην πάψω να θυμάμαι τι θα είμαι,
τι θα ήμουν αν δεν με κοιτούσες ακόμη.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Ίσως δεν το κατάλαβες
μα πριν γίνω μια ταλαντούχα άνοιξη
ήμουν και ‘γω ένας κοινός αδιάφορος χειμώνας.
Ένας χειμώνας που δεν μπορούσε
να σηκώσει ούτε μια χούφτα χιόνι
να σκεπάσει τους πρόγονους του περιορισμούς.

Και πάλι θα γίνω χειμώνας,
και πάλι άνοιξη,
και πάλι… και πάλι… και πάλι…
Μία απλή εναλλαγή εποχών είμαι
και όχι εκείνη η ασυμβίβαστη άνοιξη
που κάθισες στον ίσκιο της να κοιμηθείς.
Όχι, όχι, δεν αξίζω να με κοιτάς
ούτε έτσι ούτε αλλιώς, εσύ,
η έφηβη καρδιά ενός επουράνιου Μαρτίου,
όχι, δεν αξίζω να με κοιτάς.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Φεύγεις;
Μα δεν ξημέρωσε ακόμα,
δεν θα σε ψάχνει από τόσο νωρίς
η έντιμη σου ζωή.
Θα ξανάρθεις;
Δεν ξέρεις.

Εγώ θα σε περιμένω πάντως.
Μονάχα κλείσε την πόρτα φεύγοντας, αν θες,
μη φύγουν κι άλλοι υποψήφιοι καιροί μου
χωρίς να το καταλάβω.

Πάντα έτσι γινόταν,
έμπαιναν, δεν έβλεπαν κανέναν και ‘φευγαν.
Μόνο που εγώ στεκόμουν συνέχεια μπροστά τους,
δεν μ’ έβλεπαν.
Ξέρεις, οι καιροί όταν βιάζονται
θυμούνται μονάχα όσους
βαθειά τους αντιστάθηκαν.

 

Στάσου…
Σ’ αγαπώ.
Αλλά, θα μου πεις, και τι μ’ αυτό.
Μήπως και συ δεν το ‘χεις πει
σε μάτια που σε κοίταζαν
και όμως δεν σε κοίταζαν.
Σ’ αγαπώ.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s