Τρόμος στο Λονδίνο

Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα μικρό σταθμευμένο πλήθος περίμενε να αρχίσει μια διαδραστική περιήγηση για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη – γράφει η Αντωνία Κώστα-Φώτη
royal oakTo Bloody Mary της είχε παραπάνω βότκα από όση χρειαζόταν. Με την πρώτη γουλιά ένιωσε το αλκοόλ να χτυπάει το κέντρο του μετώπου της κι ύστερα να μουδιάζει αργά τις σιαγόνες της, όπως κάθε φορά που έπινε δυνατό ποτό.Καθόταν στον πάγκο που έβλεπε στο δρόμο, απολαμβάνοντας την ανθρώπινη κίνηση, αποτελούμενη από άτομα που πιθανόν δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ. Εδώ, στην ανατολική πλευρά του Λονδίνου, την ντικενσιανή, ένιωθες μια πολυπολιτισμική αύρα που εκχεόταν από τον Τάμεση σε πολλές μικρές διακλαδώσεις γεμάτες αφηγήσεις και πολυχρωμία.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα μικρό σταθμευμένο πλήθος περίμενε να αρχίσει μια διαδραστική περιήγηση για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, συνηθισμένη ατραξιόν του Αλντγκέιτ. Ψηλά, πάνω από τα κτίρια, η σκοτεινιά του Λονδίνου, σκοτεινιά που διατηρούνταν ακόμα και αυτή την ηλιόλουστη μέρα, έσβηνε αργά, παραχωρώντας στον ουρανό το θαμπό χρώμα του επερχόμενου σούρουπου.

Αύριο ξεκινούσε επιτέλους η άδεια της και θα ξεκουραζόταν.  Για αυτό και το γιόρταζε με ένα ποτό αυτή την ώρα. Σε λίγο θα γυρνούσε σπίτι για να μαγειρέψει. Μπριανί, που άρεσε πολύ στον Ραχμάν. Όλα της έβγαιναν τέλεια, εκτός τα λαχανικά που κατέληγαν πάντα πολύ μαλακά, χωρίς αυτή την τραγανότητα που έπρεπε να έχουν κανονικά.

Την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν να την επισκεφτεί η μητέρα της. Ήταν μια καλή ευκαιρία να την παρακαλέσει να της μάθει από την αρχή το σωστό τρόπο να φτιάχνει Μπριανί. Νοερά σημείωσε στο μυαλό της να αγοράσει γκαράμ μασάλα από την αγορά. Στην αγορά του Γουαϊτσάπελ, αυτή την οριενταλιστική Μέκκα στην καρδιά του Λονδίνου, μπορούσες να βρεις τα πιο εξωτικά μπαχαρικά και φρούτα, κι έτσι δεν ανησυχούσε για το τι υλικά θα χρειαζόταν η συνταγή.

Στη σκέψη της άφιξης της μητέρας της συνοφρυώθηκε ελαφρά. Ήθελε πολύ να τη δει, αναμφισβήτητα, αλλά το γεγονός πως θα ερχόταν εδώ σήμαινε ότι θα έπρεπε να φορέσει και πάλι την μαντίλα για όσο καιρό θα έμενε. Και ήταν περίοδος διαγωνισμάτων στη σχολή, δηλαδή η χειρότερη περίοδος για να έχει ένα επιπλέον άγχος στο κεφάλι της –κυριολεκτικά στο κεφάλι της. Για κάποιο λόγο της φαινόταν ύβρις να μελετάει αναλύσεις για την Ώστεν φορώντας τη μαντίλα.

Ευτυχώς ο Ραχμάν δεν ήταν ιδιαίτερα συντηρητικός. Μαζί στο Λονδίνο υιοθέτησαν έναν καινούριο τρόπο ζωής, εντελώς δικό τους, αναμιγνύοντας όσα ήθελαν να κρατήσουν από τις παραδόσεις τους, χωρίς το καταπιεστικό κομμάτι. Αν ήταν στο χέρι της δεν θα κρατούσαν τίποτα από τις «παραδόσεις», αλλά ο Ραχμάν επέμενε να τηρούν κάποια πράγματα. Όπως αυτή την ανούσια εμμονή στην αποφυγή των χαράμ, των «μιασμένων» και την αυστηρή επιμονή στην εύρεση χαλάλ τροφίμων. Δεν ήταν βέβαια καθόλου δύσκολο να βρει τρόφιμα χαλάλ, ειδικά εδώ στα Ανατολικά. Στην αγορά υπήρχαν σφαγεία που τηρούσαν όλο το τελετουργικό με τον ιμάμη να διαβάζει την προσευχή πριν το ζώο σφαγιαστεί σύμφωνα με τον μουσουλμανικό νόμο, αφήνοντας όλο το αίμα να τρέξει από το λαιμό του, ενόσω ήταν ακόμα ζωντανό. Στη σκέψη αυτή ανατρίχιασε. Το ζώο θα υπέφερε καθώς θα του έμπηγαν τη λεπίδα στο λαιμό, τρομοκρατημένο κάτω από τον θόρυβο των λιτανειών του ιμάμη που απτόητος θα απάγγελνε τις γητείες του.

Ίσως βέβαια να μην υπάρχει εξ ορισμού κάποιος «ουμανιστικότερος» τρόπος να σφαγιάζει κανείς. Η φλεγματική καλοσύνη της νάρκωσης δεν καθαγιάζει το σφάγιασμα, δεν απολύει τη λεπίδα που μπήγεται στο δέρμα, ούτε διασώζει τα εντόσθια που ψοφάνε αργά μέσα στα σπλάχνα του όντος. Μετά το φόνο, ο διαμελισμός της σάρκας γίνεται με μαθηματική ακρίβεια, για να καταλήξει σε ιδανικές μερίδες κατανάλωσης.

Όπως και να ‘χει, η εμμονή του Ραχμάν στο διαβασμένο ζώο την εκνεύριζε. Αυτή η πρακτική δεν ήταν διόλου σοφή κατά τη γνώμη της, όπως διατεινόταν ο Ραχμάν, εκτός του ότι ήταν βάναυση. Με αυτόν τον τρόπο το ζώο απελευθέρωνε βλαβερές τοξίνες. Αλλά πώς ήταν δυνατόν να καταφέρει να συνετίσει τον θρησκευτικό παραλογισμό αιώνων που είχε εγκατασταθεί στο κεφάλι του άντρα της και να τον κάνει να καταλάβει;

Στη σκέψη του αίματος της ήρθε μια ελαφριά αναγούλα. Νωρίτερα, όταν έφευγε από την δουλειά για τα ψώνια της, είχε μυρίσει τη βαριά οσμή των σφαγείων, ανακατεμένη με το άρωμα των λουλουδιών που κείτονταν στους πάγκους της αγοράς. Η σύνθεση των δύο οσμών δημιουργούσε την ατμόσφαιρα ενός ζωντανού νεκροταφείου.

Το ελαφρύ αεράκι σήκωνε τις κρεμασμένες μαντίλες στον απέναντι πάγκο. Τις έβλεπε μέσα από το τζάμι της παμπ,  βαμβακερές, κασμιρένιες, μεταξένιες. Προσφέρονταν σε μια τεράστια ποικιλία υφασμάτων και χρωμάτων, προς τέρψη των εκδυτισμένων Ασιατισσών που ήθελαν οι μαντίλες τους να απηχούν τις τελευταίες τάσεις της μόδας.

Ίσως να αγόραζε καμιά, μόνο τρεις λίρες είχαν. Τουλάχιστον θα έκανε πιο διασκεδαστική την υποταγή της στο ύφασμα, για όσο καιρό έμενε εδώ η μητέρα της.

Το σφαγιασμένο ζώο δεν έφευγε από το μυαλό της. Καθώς το μάτι της αναπαυόταν πάνω στην σκοτεινή αφίσα του Τζακ του Αντεροβγάλτη, συνειρμικά σκέφτηκε και πάλι την μητέρα της. Ήταν μια καλή ιδέα  να την φέρει σε αυτή την περιήγηση. Θα την ψυχαγωγούσε, γιατί της άρεσαν πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα.

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα, διόρθωσε τον εαυτό της, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική ιστορία. Με πραγματικούς φόνους. Κι όμως, ορίστε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, φορώντας κυνηγετικά καπέλα αλά Σέρλοκ Χολμς –λανθασμένα βέβαια, πετάχτηκε μέσα της η φωνή της τελειόφοιτου στην Αγγλική φιλολογία, αφού ο Χόλμς φόρεσε deerstalker, μόνο σε μία ιστορία-, έτοιμοι να ζήσουν μια στημένη νυχτερινή περιπέτεια στα στενά σοκάκια του Γουαϊτσάπελ, στα ίδια σοκάκια που, κάτι παραπάνω από έναν αιώνα πριν, η σκοτεινή φιγούρα του επονομαζόμενου Τζακ μαχαίρωσε θανάσιμα πέντε γυναίκες, ίσως και παραπάνω κατά κάποιους ριπερολόγους.

credit_davidgranick_courtesyof_tower-hamlets-local-history-library-archives-4-958x559Σηκώθηκε να φύγει. Βγαίνοντας έξω, το απογευματινό αεράκι ανακάτεψε τα μαλλιά της, έτσι όπως δεν θα συνέβαινε αν φορούσε μαντίλα. Γύρω της υπήρχαν πολλές γυναίκες με μαντίλες και σαρικοφόροι άνδρες. Οι περισσότεροι κάτοικοι εδώ ήταν από το Μπαγκλαντές. Αν και για τους Δυτικούς όλοι οι «σκουρόχρωμοι» ήταν Ινδοί. Υπήρχαν και άλλοι Πακιστανοί, αλλά εκείνη δεν ήξερε πολλούς εκτός από εκείνη, τον Ραχμάν και μια θεία της, που έμενε στο Λίβερπουλ.

Στη σχολή είχε διακρίνει κάποιες κοπέλες με μαντίλα. Ελάχιστες, μα υπαρκτές. Το μάτι της κεντριζόταν κάθε φορά που τις έβλεπε να περπατάνε κάπου κοντά της. Τις κάρφωνε με το βλέμμα προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις τους, να καταλάβει πώς ένιωθαν. Ήθελε να διακρίνει πάνω τους ένα ξεκάθαρο σημάδι δυστυχίας, μια κραυγή βοήθειας, κάτι τέλος πάντων που θα δήλωνε πως εκείνη έκανε σωστά που δεν φορούσε τη μαντίλα. Αλλά τις περισσότερες φορές το σκεπασμένο κεφάλι προστατευόταν από τα αδιάκριτα βλέμματα, διατηρώντας τα ευτυχισμένα ή δυστυχισμένα μυστικά του κρυφά, βουτηγμένα σε ένα αδιάτρητο μυστήριο. Οι περισσότερες από αυτές τις κοπέλες έκαναν παρέα μεταξύ τους. Τις έβλεπες να περπατάνε αγκαζέ στο πανεπιστήμιο, δηλώνοντας έμμεσα πως ανήκαν σε μια κλειστή κλίκα στην οποία δεν μπορούσε να εισχωρήσει ο καθένας. Η Αγγλία δεν ήταν Γαλλία, δεν υπέφερε από τύψεις συνείδησης που επέτρεπε τη μαντίλα. Εκείνη καταλάβαινε πως το όλο θέμα ήταν δίκοπο μαχαίρι: απαγόρευση σήμαινε προώθηση της ελευθερίας της γυναίκας, παράλληλα όμως ήταν μια πολιτική ισλαμοφοβίας και καταπάτηση της ανεξιθρησκίας και του δικαιώματος να παρουσιάζεται ο καθένας όπως θέλει.

Καθώς εκείνη απομακρυνόταν, η περιήγηση για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη ξεκινούσε. Βαδίζοντας στον πλακόστρωτο δρόμο, ενώ η νύχτα είχε εξαπλωθεί για τα καλά, ένιωσε έναν απροσδιόριστο φόβο, ίσως αταβιστικά κληρονομημένο από μια άλλη εποχή. Αν οι δρόμοι που βάδιζε την οδηγούσαν ξαφνικά στο 1888, θα ήταν ένα πιθανό θύμα. Η μοχθηρή σκιά θα ελισσόταν προσεκτικά πίσω της, ακολουθώντας την άηχα, φουσκώνοντας στις γωνίες, λες και εκπήγαζε αποκλειστικά από το σκοτάδι και τη βρωμιά. Ύστερα δυο παντοδύναμα χέρια θα εφορμούσαν πάνω της, θα τύλιγαν τη μέση της, θα έφταναν στο λαιμό της, κι η γεμάτη ξεραμένα ανθρώπινα δέρματα λεπίδα θα τρυπούσε αργά την καρωτίδα της, το στήθος της, το στομάχι της, δίνοντας διέξοδο σε ένα ποτάμι από αίμα.

riperΉταν γυναίκα. Να το πρώτο της λάθος. Ο δολοφόνος μισούσε τις γυναίκες. Κι ήταν φτωχή, κάτι που ισοδυναμούσε με πλήρη αδυναμία. Και στα μάτια του ήταν πόρνη, μια πόρνη σαν εκείνες τις κοκαλιασμένες υπάρξεις με ένα απολειφάδι τσιγάρου ξεχασμένο στο ξερασμένο στόμα τους, καυτές από τον πυρετό της σύφιλης και την απόγνωση. Ήταν καταδικασμένη να μείνει στην αιωνιότητα ως ένα φωτογραφισμένο φρικτό πτώμα, διαμελισμένο, χαρακωμένο, έτοιμο προς φιλολογική κατανάλωση. Ενώ εκείνος…-εκείνος είχε γίνει ήδη αστικός μύθος.

Ποιος να ήταν αλήθεια; Ο Λούις Κάρολ; Κάποιος ημίτρελος χειρούργος; Ή μήπως κάποιος συμπλεγματικός και σεξουαλικά ανίκανος αστός; Γιατί όμως να έχει τόση σημασία ποιος ήταν;  Γιατί το κακό είναι πάντα τόσο ελκυστικό; Πλέον είχε καταλήξει ακόμα και ήρωας σε μυθιστορήματα, ενώ εκείνη, το αφελές θύμα, αιώνια σκεβρωμένη, αποσυντίθονταν στον ασπρόμαυρο θάνατο της.

Και τώρα; Τώρα δεν ήταν ένα πιθανό θύμα; Είχε περάσει πια η εποχή που ο θάνατος ήταν ένα γεγονός που αφορούσε κάποιους άλλους. Ο θάνατος αφορούσε τη γειτονιά της, τις δυο πατρίδες της, τους γονείς της, το Θεό της. Ο θάνατος αφορούσε εκείνη την ίδια. Κι αν αύριο μεθαύριο ένα όπλο χάιδευε γλυκά και δολοφονικά τους κροτάφους της, αν ένας οργισμένος άνδρας της ζητούσε να ψάλλει το κοράνι ή να πεθάνει, τότε πολύ πιθανόν να πέθαινε, πολύ πιθανόν το μυαλό της να πρόδιδε θριαμβευτικά το φόβο της και η γλώσσα της να μπερδευόταν ανάμεσα σε ότι θεωρείται από κάποιους ανθρώπους βλασφημία και από άλλους νηφαλιότητα ή θάρρος.

Ίσως η πραγματική δύναμη του τρόμου να έγκειται όχι στην ίδια την φρικώδη πράξη, όχι στον θάνατο και στον ήδη τετελεσμένο φόνο, όχι στον δολοφόνο που παραμονεύει υπομονετικά σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι, όχι στα ανοιχτά στόματα των πτωμάτων που χάσκουν με μια σπηλαιώδη μομφή, έρμαια των μυγών που λιμπίστηκαν το φρέσκο αίμα. Η πραγματική δύναμη του τρόμου βρίσκεται στη στυγνή υπολογιστικότητα του σχεδίου, στις προσεκτικά υφασμένες λεπτομέρειες μιας παγκόσμιας γενοκτονίας, στην κανονικότητα της βίας εντός του πολιτισμού, στην μετατροπή ενός φορτηγού ή ενός μολυβιού σε όπλο θανάτου.

Κι αν όλοι είμαστε υποψήφια θύματα, σκέφτηκε στρίβοντας στον σκοτεινό παράδρομο που οδηγούσε σπίτι της, μήπως τελικά είμαστε όλοι και υποψήφιοι δολοφόνοι;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.