“Πίστευε σε κάτι θρηνώντας”

 

Αναπολώ την επαφή με τον ηλεκτρισμό μιας εσωτερικής μυθοπλασίας. Εκείνης που μου άφηναν τα νύχια σου την ώρα που γαμιόμασταν με λήθη. ”
– από τον Lazaros Ozricfox

acceptance___grief_series_no_5_by_queenvintage101Κοίτα πως οι δονήσεις τα ουδέτερα χρώματα σαστίζουν Όπως τότε που μπερδεύαμε τα φιλιά μας με ουράνια τόξα. Κοίτα πως η αποκάλυψη του πεπρωμένου ξεδιπλώνει
Το ήξερα.
Το ήξερες κι εσύ, μου λες, πως όλα έχουν οπωσδήποτε από την αρχή τους ένα τέλος
Μέσα μου διάτορες κραυγές στοχεύουν τεχνικόλορ ιστορίες. Για λίγο παραπάνω από το λίγο. Μιλώντας για τελείες μουδιάζω απουσιοποιητικά.
Ήσουν η λευκή κοφτερή κουκκίδα στο άπειρο βαμβακερό μου μαύρο. Η γλυκιά λεπίδα στο ανυπόμονο δέρμα μου. Και όπως εκείνο το γλαστράκι στην έρημη αυλή που περίμενε να ζωντανέψει στα χέρια σου.
Πίστευε σου λέω.
Πίστευε σε κάτι θρηνώντας.
Πίστευε στην αλλοίωση μιας νότας που σου χαστουκίζει την στιγμή. Πέφτοντας από παράθυρα και σπάζοντας τις απαντήσεις πίστευε. Πίστευε στα φώτα που τα μάτια μας γέννησαν αειθαλή.
Ύστερα το ξέρω. Είναι όλα περίπλοκα λόγω απραγίας. Και σε κοιτάω να με κοιτάς αλλά τίποτα δεν βλέπουμε. Περιμένουμε ταυτόχρονα μια κίνηση να κουνηθεί και τίποτα δεν κινείται. Εφτά ζωές και τρεις χιλιετίες μετά θα ποτίσουμε την απλότητα στην πράξη
Άντε σκορπίσου τώρα.
Σκορπίσου από την μνήμη μου χειμώνα βδέλλινε. Δεν θέλω άλλο το τίποτα να με κρυώνει. Σκορπίσου όπως εγώ που αγαπώ εκεί που δεν υπάρχει η αγάπη.
Σκορπίσου να μη με κλωτσάει άλλο η οργή μου στον καθρέφτη.
Δεν έχω άλλο τίποτα να δώσω πουθενά. Ό,τι είχα ήταν μόνο για ‘σένα. Πήρες ό,τι πήρες ως την τελευταία του αχτίδα.
Τώρα εδώ είμαι σκοτάδι.
Και σε βλέπω καθαρά ολόλευκη κι απρόσωπή μου ανταύγεια. Εντός μου με δολοφονείς. Θα την βρούμε παρόλα αυτά την άκρη της ψυχής, κυρία τάδε. Εδώ που είμαστε δεν γνωρίζω το αναγνωρίσιμο του ανεξήγητου. Αναπολώ την επαφή με τον ηλεκτρισμό μιας εσωτερικής μυθοπλασίας. Εκείνης που μου άφηναν τα νύχια σου την ώρα που γαμιόμασταν με λήθη.Κι αυτό το Ύψιλον της ύπαρξης να αραιώνει με βόμβες συστολών απάνω σου. Από το κάρβουνο που κάψαμε μαζί στραγγίζω διαμαντόνερα. Πίνω τραγωδίες και η θλίψη της λάμψης τους με ικετεύει. Την αλήθεια να είναι να είναι οξεία μελωδία συγκοπτόμενη Υπέρβαση απάνω μου με την λεπτότητα της πεταλούδας Γκραντ φινάλε σε αναπνοές.
Δεν είμαι εγώ το θέμα τελικά. Αυτό ήταν πάντα μια σκιά Προκαλώ την ανάγκη σου με ρυθμικά κρύα πιάτα λοιπόν Και οι καμπάνες αστόλιστης απομόνωσης χτυπάνε με τις ροδαλές τους φωνές.
Ποιός; Ποιά είσαι τελικά; Ποιά ομίχλη σε σκεπάζει με το τραχύ μπάσο του χρόνου; Και του πόνου Του πόνου του πόνου γυμνού ως την στίξη της αντίπερα πόρτας; Πότε η μορφή σου στάζει ωχρή ανατολή και ανωτέρα βία; Πότε γίνονται περιεχόμενο οι ερωτήσεις μου; Πότε είσαι εσύ; Πότε δεν είσαι τίποτα άλλο παρά το παν μέσα στην στιγμή που σε θυμάμαι; Σε ποιά ροή απάνω δέθηκε η μουσική μας;
Αφού δεν χρειάζεται αυτιά για να ακούσεις Ίσως μόνο λίγη περιέργεια.
Τι έγιναν τα απογεύματα των ήλιων που ποτίζαμε φως;


 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s