“Ανθάκια πουά” – Μέρος α’

“Όλα άρχισαν ένα μεσημεράκι που επέστρεψα από το γραφείο περίπου 12 παρά 20 το μεσημέρι. ” – από τον Αστροβάμονα
(Μια πικρή ιστορία)
project_27_3_28_09_by_1138grl
Πολλά χρόνια πριν, σε κάποια πόλη, έφτασα μέτοικος για να αναλάβω εργασία.
Μετά από πολλή έρευνα βρήκα σε γωνιακή κεντρική πολυκατοικία, στον 6ο όροφο, μια γκαρσονιέρα 25 τετραγωνικά, με ευρύχωρο χώλ, κουζίνα, μπάνιο και κυρίως δωμάτιο αρκετό για να στεγάσει την μοναχική αφεντιά μου.
Διέθετε κι ένα μπαλκονάκι στενό, μόλις 60 εκατοστά πλάτος, που έβλεπε το “πηγάδι” των ακάλυπτων χώρων των πολυκατοικιών ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου.
Ωστόσο, μοιρασμένος ανάμεσα στην νέα μου εργασία και στην πόλη που μεγάλωσα, έπαιρνα κάθε Παρασκευή, το μεσημεριανό τραίνο και πήγαινα πάλι πίσω στην γενέτειρα, για να περνώ τα Σαββατοκύριακα με τις παρέες μου.Και τις Κυριακές επέστρεφα αργά τη νύχτα, κάποιες φορές με λεωφορείο, για πιο γρήγορα αν και διπλή τιμή, για να ξεκινήσω άλλη μια εβδομάδα εργασίας.

Στο μεταξύ, από τον πρώτο καιρό σε αυτή την γκαρσονιέρα, ήσυχη κι απόμερη, συνέβαιναν παράδοξα και δυσερμήνευτα πράγματα.

Έμενα μόνος. Κάποιες φορές τύχαινε να γυρίζω νωρίτερα από την δουλειά επειδή είχα απογευματινή εργασία. Ανοίγοντας την εξώπορτα για να μπω στην γκαρσονιέρα, έβλεπα στο βάθος τις δύο μπαλκονόπορτες, της κουζίνας και του κυρίως δωματίου, που είχαν πρόσβαση στο μικρό μπαλκόνι.

Ένα μπαλκόνι, το οποίο, στη δεξιά πλευρά, όπως έβγαινα, το χώριζε ένα θολό τζάμι -με ενσωματωμένο μεταλλικό σύρμα- από ένα τριάρι όπου έμενε τετραμελής οικογένεια, ενώ στην αριστερή πλευρά τελείωνε πάνω από το κενό.
_out__by_lostoneself-d9n7zv1.jpg
Όλα άρχισαν ένα μεσημεράκι που επέστρεψα από το γραφείο περίπου 12 παρά 20 το μεσημέρι. Ενώ, συνήθως, φεύγοντας το πρωί, άφηνα κλειστά τα εξωτερικά ξύλινα φύλλα με την κλασσική οριζόντια γρίλια, εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Φλεβάρη, τα είχα ανοίξει διάπλατα επιτρέποντας άπλετο φως, μέσα από τα τζάμια και τις λεπτές κουρτίνες, να περνάει στα δύο δωμάτια.
Καθώς λοιπόν ξεκλείδωσα την εξώπορτα και μπήκα στο χώλ, το βλέμμα μου, παρά τις κουρτίνες, έπιασε την γρήγορη κίνηση μιας ανθρώπινης σιλουέτας, γκρίζας, μάλλον γυναικείας, να διατρέχει τις δύο μπαλκονόπορτες από δεξιά προς τα αριστερά, με κατεύθυνση, δηλαδή, το άκρο του μπαλκονιού που έβλεπε στο κενό.
Με γρήγορη κίνηση, άφησα τον βαρύ χαρτοφύλακα με τα βιβλία κι έτρεξα στην κοντινότερη μπαλκονόπορτα -της κουζίνας- τράβηξα την κουρτίνα και βγήκα στο μπαλκόνι. Για ένα παράξενο λόγο, προετοιμάστηκα να δώ άνθρωπο, στριμωγμένο στο άκρο του μπαλκονιού και μάλιστα με επιθετικές διαθέσεις.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, όχι μόνο δεν είδα κανέναν, αλλά ακόμα και ο κουβάς με το κοντάρι της σφουγγαρίστρας που ήταν εκεί, διαγώνια πάνω στο κάγκελο, υποδήλωναν ότι δεν θα ήταν δυνατόν να είχε περάσει άνθρωπος και μάλιστα τόσο βιαστικά, το τελευταίο μέτρο που απέμενε ως την άκρη.
Αποσβολωμένος, έμεινα να κοιτάζω το άδειο μπαλκόνι με τον κουβά, ξύνοντας αμήχανα το κεφάλι, σίγουρος για αυτό που είδα και αβέβαιος για το τί, στην ευχή, είδα.
Από εκείνο το πρωινό του Φλεβάρη άρχισε δειλά-δειλά, το “πάρτι” του παράδοξου.
Δυό βράδια αργότερα, ένα όνειρο ήρθε να ταράξει τον ύπνο μου, ξημερώματα, πριν την δουλειά. Μια νέα κοπέλα -πολύ νέα- λεπτή και μελαχρινή, φορώντας μαύρο μακρύ φόρεμα, εστιγμένο με αραιό λευκό πουά από ανθάκια και με γκρι ζωνάκι στην μέση, μου ρίχνει ένα θλιμμένο βλέμμα και μετά πηδάει από το μπαλκόνι μου, στο “πηγάδι” των ακάλυπτων χώρων.
Ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι και περιέφερα ένα γύρω το βλέμμα. Έντονη θλίψη και βαθειά πίκρα με κυρίευσε, καθώς έβλεπα τον γνώριμο χώρο όπως ακριβώς τον άφησα πριν αποκοιμηθώ. Σιγά-σιγά θυμήθηκα την γυναικεία σιλουέτα που νόμιζα ότι είχε διατρέξει το μπαλκόνι μου, δυό μέρες πριν. Ομολογουμένως φοβήθηκα. Αρχαίοι μύθοι και ατταβιστικοί φόβοι σκίασαν τον νου. Κουκουλώθηκα με τις κουβέρτες κι απέμεινα να προσμένω υπομονετικά να ξανακοιμηθώ, με το κεφάλι θολό από ανάμικτες σκέψεις…
_neither_dead_nor_alive__by_lostoneself-d9q55j9
Από τότε και μετά, σχεδόν μια φορά την εβδομάδα, η γλυκιά θλιμμένη κοπέλα, έγινε τακτική επισκέπτρια της ζωής μου, πότε του μπαλκονιού και πότε του ύπνου μου.
Πλέον, άφηνα ανοιχτά τα παντζούρια κάθε πρωί, ούτως ώστε, αν τύχαινε να γυρίσω στο σπίτι μεταξύ 12 παρά 20 και 12 παρά 10, να αποτίσω ένα “χαίρε” στην θλίψη της.

Άρχισα να πιστεύω ότι κάποιο μυστικό έκρυβε αυτή η γκαρσονιέρα, ωστόσο δεν είχα μιλήσει ποτέ για αυτά στην παρέα, επειδή δεν ήθελα να τρομάξω κανέναν, ούτε να βάλω σε κανέναν περίεργες ιδέες.

Σεπτέμβριος του ιδίου έτους.

Νύχτα Κυριακής, 20′ πριν τα μεσάνυχτα, μόλις είχα μπει στο σπίτι με το σακβουαγιάζ στον ώμο, μετά από ένα ευχάριστο Σαββατοκύριακο. Γδύθηκα γρήγορα-γρήγορα, φόρεσα ένα μακό για τον ύπνο, άνοιξα τις τζαμόπορτες και κούφωσα τα παντζούρια. Έκανε ζέστη εκείνο το βράδυ.Ξάπλωσα σκεπτόμενος ότι άρχιζε μια όχι ιδιαίτερα πιεστική μέρα στη δουλειά. Κι έτσι, ήσυχα, χωρίς ιδιαίτερο άγχος, αποκοιμήθηκα.
Βαριά και δυνατά χτυπήματα σε ξύλινα πορτόφυλλα, με έκαναν να πεταχτώ στον ύπνο μου αλαφιασμένος. Αφουγκράστηκα, καθιστός στο κρεβάτι. Η σιγαλιά της νύχτα ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Ούτε καν αυτοκίνητα δεν ακούγονταν να κινούνται. Κοίταξα το ψηφιακό ρολόι στον καρπό μου. 12:43!! Σκάρτα 40 λεπτά ύπνου.
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού κι άναψα τσιγάρο, αναλογιζόμενος με βεβαιότητα ότι κάτι πολύ έντονο ονειρεύτηκα.a_choice_that_is_tearing_me_apart_by_lostoneself-d92718s
Σχεδόν εκπνέοντας την δεύτερη τζούρα, άκουσα ένα πνιχτό γυναικείο αναφιλητό να έρχεται από την κουζίνα μου κι αμέσως μετά γροθιές να χτυπούν δυνατά το κουφωμένο παντζούρι της. Πάγωσα.

Κρύο ρεύμα διέτρεξε την ραχοκοκκαλιά μου και σηκώθηκα με βήμα βαρύ από τρόμο να πάω στην κουζίνα.
Σήκωσα το μάνταλο και άνοιξα το πορτόφυλλο. Κοίταξα αριστερά, μετά δεξιά. Τίποτα.

Δισταχτικά βγήκα έξω, ανήσυχος για το τί θα αντικρύσω.Στάθηκα στην κουπαστή του μπαλκονιού και κοίταξα κάτω. Τίποτα, όλη η πολυκατοικία σκοτεινή.

Περιέφερα το βλέμμα στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Τα περισσότερα ορθάνοιχτα, σκοτεινά, δήλωναν ότι η πόλη κοιμόταν και δροσιζόταν από την ζέστη της ημέρας. Κάποιο σιγανό ροχαλητό ακούγονταν ρυθμικά, ένα – δυό μπαλκόνια πιο πέρα, λίγο χαμηλότερα.

Σκέφτηκα ότι κάτι θα συνέβη σε κάποιο από τα γειτονικά διαμερίσματα. Κοίταξα ξανά ένα γύρω, αλλά ήταν τέτοια η σιγαλιά και η ακινησία, που καταντούσε αφύσικη.

Πώς ήταν δυνατόν να χτύπησε κάποια γυναίκα τόσο δυνατά, κλαίγοντας, τα παντζούρια ενός διαμερίσματος και να μην υπήρχε πουθενά, ούτε ένα φως αναμμένο; Κανείς δεν άκουσε τίποτα;
Ούτε καν οι ένοικοι του ιδίου του διαμερίσματος όπου συνέβη το γεγονός, αν συνέβη;

(συνεχίζεται..)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s