Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΘΩΜΑ: εκδίδεται στις 20 Μαρτίου 1852

Για αρχή είναι ένα βιβλίο, που άνετα θα μπορούσε να διδάσκεται και ως παράθεμα στο μάθημα της Ιστορίας.. – από την Μαρία Λυδία Κυριακίδου

[Προσωπικό σημείωμα]

uncle-tom.jpg

Αποτελεί το ένα από τα δύο πιο αγαπημένα μου βιβλία των παιδικών χρόνων κι ένα από τα βιβλία που επηρέασε σημαντικά  στη διαμόρφωση της κοινωνικής μου σκέψης.

Δε μπορώ ακόμη και σήμερα να ξεχάσω τις σπίθες, τους προβληματισμούς και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, όταν ακόμη 9 ετών τότε, το διάβαζα.

Πρόκειται για ένα βιβλίο πολλαπλών μηνυμάτων. Για αρχή είναι ένα βιβλίο, που άνετα θα μπορούσε να διδάσκεται και ως παράθεμα στο μάθημα της Ιστορίας, μιας που πραγματεύεται την απεχθή ιστορική περίοδο της ανθρώπινης δουλειάς.

Διαβάζοντας το βιβλίο,παρακολουθεί κανείς,το μέγεθος της δύναμης της πίστης του ανθρώπου και το πόσο αυτή , παρά τον κλονισμό, στέκει ισχυρή ως το τέλς.

Ίσως να μη το πεις Θεό, αλλά όπως και να το πεις, η πίστη στη νίκη ενάντια στο κακό, είναι το πιο ισχυρό διανοητικό όπλο που μπορεί να καλλιεργήσει ο άνθρωπος.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί, επίσης,τη γέννηση της ελπίδας για μια νέα ζωή, μέσα από οδυνηρές απώλειες και αφού μόλις έχει κηδευτεί μια προηγούμενη.

Ειδικότερα, πραγματεύεται τους μηχανισμούς της ανθρώπινης συμπεριφοράς, σε πολλά επίπεδα: από τη μία πλευρά έχουμε έναν “δούλο”, τον μπαρμπά Θωμά, ο οποίος έχει αποδεχθεί  σχεδόν αδιαμαρτύρητα, την απάνθρωπη μοίρα του,παραμένει αφοσιωμένος στο “αφεντικό” του κι ελπίζει για τη σωτηρία, υπομένοντας καρτερικά το μαρτύριο του, ως το τέλος, ενώ από την άλλη, έχουμε την Ελίζα, που δεν αποδέχεται την  δουλική μοίρα ,που της ορίζουν και αποφασίζει να δραπετεύσει  μαζί με τον γιο της, με την πρώτη ευκαιρία.

Στο τέλος, έχουμε το “αφεντικό” του μπαρμπά Θωμά, η  εσωτερική αφύπνιση του οποίου συντελείται με το μέγεθος της αυτοθυσίας του “δούλου” του και έτσι, προχωρά στο αυτονόητο για μας: στην απελευθέρωση των υπόλοιπων “δούλων” που του “ανήκαν”.

Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα, που προκύπτουν στο σήμερα, σε ό,τι αφορά στη διαπραγμάτευση της υπόθεσης του έργου, όμως εν συγκρίσει της εποχής, στην οποία ήταν γραμμένο, μάλλον λειτούργησε θεραπευτικά ως προς την αποθεραπεία της μάστιγας της ανθρώπινης δουλείας.

Όπως και να ΄χει, το βιβλίο αποτελεί μια ηχηρή υπενθύμιση του πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η ανθρωπότητα, στρέφοντας την κάνη του όπλου εναντίον της και γίνεται την ίδια στιγμή, για τον ίδιο λόγο, μια αυστηρότατη προειδοποίηση.


[Το βιβλίο]

800px-UncleTomsCabinCover.jpg

Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά, (πρωτότυπος τίτλος στα αγγλικά: Uncle Tom’s Cabin or, Life Among the Lowly) είναι βιβλίο της Αμερικανίδας συγγραφέως Χάριετ Μπίτσερ Στόου (Harriet Beecher Stowe).

Εκδόθηκε το 1852 και είχε σημαντικό αντίκτυπο στην συμπεριφορά απέναντι στους Αφροαμερικανούς και τη δουλεία στις ΗΠΑ. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση το μυθιστόρημα αυτό ενέτεινε τη διαμάχη μεταξύ Αμερικανικού Βορρά και Νότου, η οποία οδήγησε στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά ήταν το πιο δημοφιλές σε πωλήσεις μυθιστόρημα του 19ου αιώνα (και το δεύτερο πιο δημοφιλές βιβλίο εκείνου του αιώνα μετά τη Βίβλο) και θεωρείται πως συνδαύλισε το αποσχιστικό κίνημα της δεκαετίας του 1850.

Το πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του πουλήθηκαν 300.000 αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ. Ο αντίκτυπος του βιβλίου ήταν τόσο μεγάλος, ώστε όταν ο Αβραάμ Λίνκολν συνάντησε τη συγγραφέα στην αρχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, λέγεται πως της είπε: «Ώστε αυτή είναι η μικρή κυρία που έκανε αυτόν τον μεγάλο πόλεμο».

Τον 19ο αιώνα το βιβλίο που ήταν δεύτερο σε πωλήσεις μετά τη Βίβλο ήταν η «Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά» της αμερικανίδας συγγραφέα, Χάριετ Μπίτσερ Στόου.


[Η υπόθεση]

αρχείο-λήψης

Η υπόθεση του βιβλίου ξεκινούσε όταν ο Σέλμπυ αποφάσισε να πουλήσει τον μεσήλικο μπάρμπα-Θωμά και τον πεντάχρονο γιο της Ελίζας σε έναν δουλέμπορο για να ξεπληρώσει τα χρέη του. Όταν η Ελίζα έμαθε τα σχέδια του αφεντικού της δραπέτευσε μαζί με τον μοναχογιό της. Ο μπάρμπα-Θωμάς δεν την ακολούθησε γιατί δεν ήθελε να προδώσει το αφεντικό του.

Ο δουλέμπορος αναζήτησε την Ελίζα, αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει. Πήρε μαζί του τον μπάρμπα-Θωμά και ταξίδεψαν προς την Ορλεάνη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μια καλή γυναίκα τον αγόρασε από τον δουλέμπορο, επειδή έσωσε την κόρη της.

Στο τέλος του βιβλίου η Ελίζα κατάφερε να κερδίσει την ελευθερία της, ενώ ο μπάρμπα- Θωμάς πέθανε από την κακοποίηση ενός σκληρού αφέντη. Με την είδηση του θανάτου του ο Σέλμπυ έσπασε. Οι τύψεις του τον οδήγησαν να ελευθερώσει όλους τους δούλους και τους έδωσε ευχή και κατάρα να μην ξεχάσουν ποτέ τη θυσία του μπάρμπα-Θωμά.


[Η έκδοση του βιβλίου]

Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά πρωτοεμφανίστηκε ως σειρά σε 40 εβδομαδιαίες συνέχειες στο περιοδικό Εθνική Εποχή, ένα περιοδικό κατά της δουλείας, και ξεκίνησε με το τεύχος της 5ης Ιουνίου του 1851.

Εξαιτίας της δημοτικότητας της σειράς, ο εκδότης Τζον Jewett πρότεινε στη συγγραφέα τη μετατροπή της σειράς σε βιβλίο. Αν και η Στόου είχε επιφυλάξεις σχετικά με το αν κάποιος θα διάβαζε την Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά σε μορφή βιβλίου, τελικά συναίνεσε στην πρόταση.

Ολοσέλιδη εικονογράφηση από τον Billings Hammatt για την Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά (πρώτη έκδοση: Boston: John P. Jewett and Company, 1852). Η γκραβούρα δείχνει την Ελίζα να λέει στον Μπαρμπα-Θωμά ότι έχει πωληθεί και τρέχει μακριά για να σώσει το παιδί της.

Πεπεισμένος ότι το βιβλίο θα γίνει δημοφιλές, ο εκδότης πήρε την ασυνήθιστη (για την εποχή) απόφαση να προσθέσει έξι ολοσέλιδες γκραβούρες του Hammatt Billings στην πρώτη εκτύπωση.

Εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου στις 20 Μαρτίου 1852, και σχεδόν αμέσως εξαντλήθηκε. Ορισμένες άλλες εκδόσεις τυπώθηκαν σύντομα (όπως η πολυτελής έκδοση του 1853, η οποία διαθέτει 117 γκραβούρες του Billings)

Κατά το πρώτο έτος δημοσίευσης, πουλήθηκαν 300.000 αντίτυπα του βιβλίου. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε όλες τις κύριες γλώσσες του κόσμου, και τελικά έγινε το δεύτερο καλύτερο σε πωλήσεις βιβλίο μετά την Αγία Γραφή.  Ορισμένες από τις αρχικές του εκδόσεις είχαν εισαγωγή από τον James Sherman, έναν υπουργό Θρησκευμάτων στο Λονδίνο γνωστό για τις απόψεις του περι κατάργησης της δουλείας.

Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά “πούλησε” εξίσου καλά και στη Μεγάλη Βρετανία, με την πρώτη έκδοση του Λονδίνου να εμφανίζεται το Μάιο του 1852 και να ανέρχεται σε 200.000 αντίτυπα.

Σε λίγα χρόνια πάνω από 1,5 εκατ. αντίγραφα του βιβλίου κυκλοφόρησαν στη Μεγάλη Βρετανία, αν και οι περισσότερες από αυτές ήταν πειρατικά αντίτυπα (όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες).


[Η πραγματική ιστορία του μπάρμπα-Θωμά]

Το βιβλίο ήταν βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα από τη ζωή των σκλάβων που ζούσαν στην Αμερική. Η Στόου είχε εμπνευστεί την ιστορία του μπάρμπα-Θωμά από τη ζωή του Τζόσια Χάνσον, ενός μαύρου που είχε ζήσει ως σκλάβος για 40 χρόνια στο Μέριλαντ. Ο Χάνσον είχε γεννηθεί σκλάβος το 1789 σε μια φάρμα όπου ήταν σκλάβος και ο πατέρας του.

Όπως είχε αναφέρει αργότερα στην αυτοβιογραφία του, το μόνο που θυμόταν από τον πατέρα του ήταν ότι τον είχαν μαστιγώσει 100 φορές στην πλάτη και του είχαν κόψει το αυτί επειδή είχε σηκώσει κεφάλι στον αφέντη. Ο ιδιοκτήτης πούλησε τον πατέρα του στην Αλαμπάμα όταν ο Χάνσον ήταν παιδί. Από τότε δεν τον είδε ποτέ ξανά στη ζωή του. Τα αδέρφια του ανήκαν σε άλλα αφεντικά και εκείνος μεγάλωσε με τη μητέρα του. Ο Χάνσον ήταν έντιμος και εργατικός γι’αυτό όταν μεγάλωσε έγινε υπεύθυνος για τους υπόλοιπους σκλάβους.


[“Τζόσια Χάνσον”, ο σκλάβος που ενέπνευσε την ιστορία του μπάρμπα-Θωμά]

MTE5NTU2MzE2MTEyNDU1MTc5-400x400

Ο δρόμος προς την ελευθερία άνοιξε όταν το 1825 το αφεντικό του ζήτησε να οδηγήσει 18 σκλάβους στο Κεντάκι. Ο Χάνσον, μακριά από τον αφέντη του για τρία χρόνια, κατάφερε να συγκεντρώσει τα χρήματα που απαιτούνταν για να αγοράσει την ελευθερία του. Όταν επέστρεψε έδωσε στο αφεντικό του 350 δολάρια για να του υπογράψει το χαρτί της ελευθερίας του. Το αφεντικό του πήρε τα χρήματα, αλλά του είπε πως αν ήθελε να ζήσει ελεύθερος έπρεπε του πληρώσει φόρο 1.000 δολάρια. Τότε ο Χάνσον πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του και δραπέτευσε.

Μετά από αρκετές εβδομάδες έφτασαν στο Οντάριο και μπόρεσαν να ζήσουν ελεύθεροι. «Όταν τα πόδια μου ακούμπησαν για πρώτη φορά την ακτή του Οντάριο, έπεσα κάτω, πήρα την άμμο στις χούφτες μου, τη φίλησα και άρχισα να χορεύω. Όσοι με έβλεπαν με περνούσαν σίγουρα για τρελό». Έτσι περιέγραψε ο Χάνσον την πρώτη ημέρα της ελευθερίας του.

Το βιβλίο της Στόου ήταν βασισμένο στη ζωή του. Με γλαφυρό τρόπο, αλλά χωρίς υπερβολές παρουσίαζε την κακομεταχείριση των μαύρων από τους λευκούς. Το ξύλο, τους βιασμούς, την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Τον μαύρο ως εμπόρευμα. Ήθελε να ευαισθητοποιήσει το κοινό και σε μεγάλο βαθμό τα κατάφερε.


[Η καλύβα του Χάνσον στο Μέριλαντ]

η-καλύβα-του-Χάνσον-στο-Μεριλαντ

Για πολλούς το βιβλίο επηρέασε χιλιάδες Αμερικανούς που πολέμησαν στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο κατά της δουλείας. Οι νότιοι που ήταν φανατικά υπέρ της δουλείας κυκλοφόρησαν μια σειρά από βιβλία που περνούσαν το δικό τους μήνυμα υπερασπιζόμενοι το δουλεμπόριο. Αυτό το είδος λογοτεχνίας έμεινε γνωστό ως «Αντι-Τομ νουβέλες».


Πηγές

800px-UncleTomsCabinCover.jpguncle-tom.jpg

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s