«Σοβόφ, ο κινούμενος ήλιος», της Λέττας Βασιλείου | Εκδόσεις ΠΝΟΗ

«Οι ήρωες του βιβλίου της Λέττας Βασιλείου, έχουν την τύχη η την ατυχία , να μην ζουν σε ένα χάος όμως, αλλά σε μια φαινομενικά ευνομούμενη πολιτεία που ήδη βασιλεύει η τάξη και η ηθική».
– από τον Γιώργο Καστέλλη

iPiccy-collage.jpg

Υπάρχει μια γλωσσολογικής φύσεως αντιδικία, που συναντάμε συχνά σε θεωρητικά κείμενα. Μια αντιδικία σχετικά με την ετυμολογία της λέξης «τέχνη». Πολλοι θεωρούν πως προέρχεται από το ρήμα «τίκτω» που σημαίνει γεννώ. Δεν θα μπορούσαμε να τους αδικήσουμε.Η τέχνη είναι αναμφισβήτα μια παραγωγική διαδικασία και η αντιστοιχία της με την διαδικασία του «τοκετού» προφανής. Πόσες φορές δεν ακούμε καλλιτέχνες άλλωστε, να αναφέρονται στο δημιούργημα τους ως «παιδί» τους , ή αναφερόμαστε σε αυτούς ως «γεννήτορες» των έργων τους.

Ωστόσο υπάρχει μια άλλη ρίζα που διεκδικεί σθεναρά την ετυμολογία του όρου τέχνη, το ρήμα «Τέμνω», που σημαίνει «κόβω». Προσωπικά βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέροντες τους συνειρμούς που μπορεί να προκαλέσει αυτή η λέξη σε σχέση με την έννοια της τέχνης.

«Διχάζω», «πληγώνω», «τραυματίζω» από τη μία, αν θέλουμε ν’αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο κάπως πιο δραματικά και πάντα υπό το πρίσμα της δημοφιλούς παραδοχής ότι «η ομορφιά είναι που πονάει περισσότερο, όχι η ασχήμια», και από την άλλη «λαξέυω» κι «απαλλάσω από το περιττό», αν θέλουμε να εστιάσουμε περισσότερο στην δημιουργική διαδικασία.

Κύριο μέλημα του καλλιτέχνη , νομίζω ήταν πάντα αυτό λοιπόν, να «λαξεύει» και να «κόβει» το περιττό από την πραγματικότητα με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδυκνείεται γυμνή η ουσία της, ή τουλάχιστον μέρος αυτής. Με λίγα λόγια να βάζει μια τάξη στο χάος που μας περιβάλλει, προσδίδοντας σε αυτό ένα νόημα.

Οι ήρωες του βιβλίου της Λέττας Βασιλείου, έχουν την τύχη η την ατυχία , να μην ζουν σε ένα χάος όμως, αλλά σε μια φαινομενικά ευνομούμενη πολιτεία που ήδη βασιλεύει η τάξη και η ηθική. Λογικό λοιπόν, σε αυτό το αποστειρωμένο πεδίο το «μικρόβιο» της τέχνης να εκλείπει. Όπως και κάθε λογής μικρόβια άλλωστε, αφού η ουσία «Σοβόφ» η οποία εμποτίζει όλα τα βρώσιμα της φανταστικής αυτής δυστοπίας, κάνει τους ανθρώπους άτρωτους στις ασθένειες, εκτός από την μία και μοναδική, την αρρώστια του τέλους.

Όλοι οι πολίτες της χώρας αυτής, που ουσιαστικά διοικείται από την πολυεθνική Σοβόφ, ζουν, εργάζονται και κυρίως καταναλώνουν μέσα σε μια αυστηρά δομημένη κοινωνική ιεραρχία, χωρίς να περιμένουν τίποτα περισσότερο από το θάνατο τους.

Δεν ξέρω αν αυτό σας παραπέμπει σε μελίσσι ή σε σφαγείο, ωστόσο το από κάτω κείμενο του «Σοβόφ. Ο κινούμενος ήλιος» μοιάζει να μιλάει για κάτι ακόμα πιο ζοφερό. Την δική μας σημερινή ανθρώπινη πραγματικότητα.

Οι λεπτομέρειες με τις οποίες στήνει την παραβολή της η συγγραφέας είναι ευφυείς μέσα στην αμεσότητα τους. Σε μια κοινωνία χοντρών (το «Σοβοφ», που δεν είναι τίποτα άλλο από τον φόβο αντίστροφα, έχει την παρενέργεια να παχαίνει τους καταναλωτές του) μας εισάγει μια λιπόσαρκη ηρωίδα που αναγκάζεται να κυκλοφορεί με προσθετικά αφρολέξ κάτω από τα ρούχα της προκειμένου να περνάει απαρατήρητη. Η αρχή του κακού θα γίνει όταν αποφασίσει να απεκδυθεί το καμουφλάζ της.

Το ατομικό υπαρξιακό χάος της που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ευρυθμία και την λειτουργικότητα της κοινωνίας που την πλαισιώνει, θα βγει στην επιφάνεια και θα γίνει η κινητήριος δύναμη για να συναντήσει κι άλλα «φρικιά» σαν του λόγου της, που πιστεύουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο στη ζωή από την εργασία και την κατανάλωση.

Όλοι μαζί θα ανακαλύψουν τότε ένα κρυμμένο θησαυρό από το παρελθόν. Την τέχνη. Κι αυτό θα γίνει αφορμή για μια μικρή επανάσταση, που, ποιος ξέρει, στην συνέχεια που έπεται στην τριλογία μπορεί να γίνει μεγαλύτερη…

Ξεκινώντας από την κλασσική φόρμουλα, που διέπει τα περισσότερα νεανικά, δυστοπικά μυθιστορήματα της ξένης λογοτεχνίας, η Λέττα Βασιλείου καταφέρνει να ξεφύγει από αυτήν πλάθοντας μια ακόμα πιο «διανοούμενη» , αλλά διόλου διανοουμενίστικη εκδοχή τους. Οι μάχες εδώ δεν δίνονται με όπλα αλλά με πινέλα, μπογιές, βιβλία και χορδές κιθάρας. Ειδικά οι τελευταίες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε μια εξαιρετική σκηνή κορύφωσης που βρίθει συμβολισμών.

Με ατού της τους κινηματογραφικούς ρυθμούς και τις ακόμα κινηματογραφικότερες εικόνες που πλάθει, η συγγραφέας μας αφηγείται με γλώσσα, κατά τόπους κοφτή αλλά συχνότερα εντόνως λυρική, μια στη βάση της βίαιη και ανήσυχη ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη εύστοχες και ευπρόσδεκτες αναφορές σε κλασικά έργα της μουσικής της ζωγραφικής και της λογοτεχνίας.

Έτσι παραδίδει τελικά και η ιδια ένα κομψοτέχνημα του είδους, που την ίδια στιγμή που σε αφυπνίζει και σε φέρνει αντιμέτωπο με πολύ υπαρκτούς τρόμους της σύγχρονης πραγματικότητας, την ίδια στιγμή παραμένει στο πυρήνα του αβίαστα τρυφερό, αισιόδοξο και συγκινητικό.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.