“Σύμβαση” (α΄μέρος)

“Βγήκε από το γιαπί με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι χωμένο στους ώμους. Οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να του γλείφουν το πρόσωπο, αλλά ούτε που τον ένοιαξε.” – από τη Ρένια Παπαματθαίου

per_ora_noi_la_chiameremo_felicita__by_senhart-d9wsuc5.jpg

Ανέβηκε και κατέβηκε τέσσερις φορές, από το ισόγειο στον πέμπτο, μιας ημιτελούς οικοδομής, μετρώντας τους ορόφους. Έτσι, για να δοκιμάσει τις αντοχές του.

Μόλις πριν από μια ώρα, του ανακοίνωσαν ότι η τρίμηνη σύμβαση εργασίας του στην εταιρεία «X-KLEPT.A.E» δεν θα ανανεωθεί μετά τη λήξη της. Κοίταξε την ημερομηνία στο κινητό του. Δηλαδή, σήμερα. Από σήμερα λοιπόν, άνεργος για τρίτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια.
Τώρα έπρεπε να σκεφτεί, τι διάολο θα πει στην Πόπη· προ ημέρών του είχε ανακοινώσει ότι δεν θα άντεχε να περάσει άλλη μεγάλη περίοδο ανεργίας του και ανέχειάς τους…
Το Ποπάκι, όπως συνήθως την αποκαλούσε, ήταν αλλιώς μαθημένη.

Με τα λούσα της, τα φουστάνια της, τα κομωτήρια της και όχι ό,τι νά ’ναι, μα και τις εξόδους της· βραδινές κι απογευματινές. Βγήκε από το γιαπί με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι χωμένο στους ώμους. Οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να του γλείφουν το πρόσωπο, αλλά ούτε που τον ένοιαξε.

Η βροχή πύκνωνε. Τα πρώτα αστραπόβροντα χαράκωναν με ασημένιες αυλακιές, τον ήδη βαρύ ουρανό. Συνέχισε να περπατάει. Αδιαφορούσε για τον καιρό. Μόνο όταν ένιωσε την υγρασία στο σώμα του, συνειδητοποίησε ότι το νερό διαπέρασε το σακκάκι και μούσκεψε το πουκάμισό του. Αναζήτησε κάποιο προσωρινό στέγαστρο – αλλά ούτε μαρκίζα δεν υπήρχε στο σημείο που βρισκόταν -. Το άλλοτε αγαπημένο ιστορικό κέντρο της πόλης, τώρα τον είχε εκνευρίσει αφάνταστα.
Θέλοντας και μη, χώθηκε σ’ ένα από τα πολυάριθμα «in» καφέ. Η εμφάνισή του τράβηξε τα βλέμματα των θαμώνων· κάποιοι εξ αυτών τον κοίταξαν αρκετά επίμονα. Εκείνος αναζήτησε κάποια απόμερη γωνιά και μόλις την εντόπισε, έσπευσε να την καταλάβει. Τίναξε όπως όπως, με τα χέρια, το νερό από τα μαλλιά του.

Ευτυχώς τα καθίσματα τού συγκεκριμένου καφέ, ήταν πολυθρόνες και καναπέδες με ψηλές πλάτες. Βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα, όχι μόνο αναπαυτικά, αλλά και προστατευμένος από τα περίεργα βλέμματα. Κυρίως όμως βρισκόταν μακριά από ζωηρές ομιλίες και πολυάριθμες παρέες. Προς το παρόν, τα γειτονικά τραπέζια ήταν άδεια.

Έτσι νόμιζε, μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν από το μπροστινό, κάποιες εύθυμες νότες πνιχτών γέλιων και μάλλον διακριτικών χαριεντισμάτων. Δεν έβλεπε τίποτα, γιατί κι αυτοί καλύπτονταν από την ψηλή πλάτη του καναπέ.

Μόλις διακρίνονταν οι κορυφές από τα κεφάλια τους. Κατά διαστήματα έσμιγαν απολαμβάνοντας με κάθε τρόπο τη συνύπαρξή τους. Ο Μάνθος άρχισε να παίζει με το πλακέ πακέτο των τσιγάρων. Καθυστερούσε επίτηδες ν’ ανάψει το τελευταίο, μέχρι να του φέρει ο σερβιτόρος τον καφέ.


(συνεχίζεται..)

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s