Αντίο, χαρά μου

Έτρεξα μέχρι την, σπασμένη πια, είσοδο της απέναντι πτέρυγας, ενώ πέτρες και πυρακτωμένα κομμάτια μετάλλου, έπεφταν γύρω μου, στα γήπεδα, καθώς τα διέσχιζα. Γράφει ο Αστροβάμων

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Σταμάτησα το διάβασμα και σήκωσα το βλέμμα στο παράθυρο για να χαζέψω, απέναντι, το διαμέρισμα της Λουκίνας. Την είδα σκυμμένη στο γραφείο της, πίσω από το τζάμι του παραθύρου της, ενώ η μητέρα της, η Μήδα, η μοναδική φίλη της μαμάς μου, της σέρβιρε ένα πιάτο. Σήκωσε τα μάτια της από το γραφείο και με είδε. Με χαιρέτησε και μου έκανε νόημα ότι τελειώνει σε λίγο.

Όταν γυρίζαμε από το σχολείο, συμφωνήσαμε ότι, αφού θα διαβάζαμε ο καθένας τα μαθήματα του κύκλου του, θα πήγαινα στο δωμάτιό της, να την βοηθήσω να μελετήσει την φυσιολογία των σπερμόφυτων, που θα έδινε τεστ την επομένη.

Αισθάνθηκα κίνηση, πλάγια δεξιά, με την άκρη του ματιού. Έστρεψα το βλέμμα στο αεροδρόμιο στρατού, που φαινόταν στο βάθος. Πρόσεξα με φόβο, ένα, δύο, τέσσερα μαχητικά, να υψώνονται απότομα, σχεδόν κατακόρυφα, και καθώς έφτανε στα αυτιά μου ο θόρυβος από τις μηχανές τους που έδιναν μέγιστη ώση, είδα άλλα τέσσερα να ανυψώνονται, επίσης σχεδόν κατακόρυφα, και ακόμα τέσσερα να ακολουθούν. Το τζάμι του παραθύρου μου έτριζε. Ξαφνικά, άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες, για να μεταβούμε στα υπόγεια καταφύγια των οικοδομικών τετραγώνων.

Στράφηκα με βιάση προς την έξοδο του δωματίου και έστριψα τον διάδρομο αριστερά πρός την εξώπορτα, όταν εκκωφαντικός κρότος ακούστηκε, γυαλιά καρφώθηκαν στην πόρτα του μπάνιου, απέναντι από την έξοδο του δωματίου μου και το ωστικό κύμα από την έκρηξη με σώριασε στο πάτωμα.

Η Λουκίνα!! Τινάχτηκα όρθιος κι έτρεξα ξανά στο δωμάτιό μου, που τώρα έχασκε το παράθυρο, ξεχαρβαλωμένο.  Αν δεν είχα στρίψει την γωνία, τα θραύσματα, από το τζάμι του παραθύρου μου, που εξερράγη, θα είχαν διατρήσει παντού το κορμί μου. Ίσως και να είχα ήδη σκοτωθεί.

Με τρόμο είδα, τους δύο τελευταίους ορόφους της απέναντι πτέρυγας, να είναι ερείπια και τρύπες που έχασκαν. Το δωμάτιο της Λουκίνας και όλο το διαμέρισμα που διατηρούσε η Μήδα, η μητέρα της, δεν υπήρχαν πια. Λίγο πιό αριστερά, το κουφάρι ενός μαχητικού, έμενε σφηνωμένο βαθιά μέσα στο διπλανό διαμέρισμα, πλάϊ στο δωμάτιο της Λουκίνας, ενώ φλόγες το έγλειφαν.

Μια δεύτερη, μικρότερη έκρηξη, σκόρπισε χαλάσματα, στον ακάλυπτο χώρο με τα γήπεδα. Ούρλιαξα από πόνο, στο ενδεχόμενο να έχει πάθει κακό η Λουκίνα μου, η αγάπη μου. Κατέβηκα με ορμή τις σκάλες μέχρι το ισόγειο, κι έτρεξα μέχρι την σπασμένη, πια, είσοδο της απέναντι πτέρυγας. Πέτρες και πυρακτωμένα κομμάτια μετάλλου, έπεφταν γύρω μου, στα γήπεδα, καθώς τα διέσχιζα.

Ανέβηκα τα σκαλιά δυό-δυό, πασχίζοντας να φθάσω μέχρι τον όγδοο όροφο. Όμως, ήδη από τον έκτο, οι σκάλες ήταν φραγμένες από μπάζα και χαλάσματα. Παραμέριζα με τα χέρια τις πέτρες και τα χώματα, κλαίγοντας, φωνάζοντας “Λουκίνα, Λουκίνα” και σιωπώντας για να ακούσω και τον παραμικρό ήχο από τα χαλάσματα. Πάσχιζα έτσι για ώρα, που μου φάνηκε αιώνας, μέχρι που απομάκρυνα αρκετά μπάζα και είδα ένα μικρό κατηφορικό άνοιγμα ανάμεσα στις τσιμεντένιες πλάκες, μπροστά μου. Σύρθηκα μέσα στην τρύπα.

Οι σειρήνες ήχησαν την λήξη του συναγερμού κι εγώ είχα προχωρήσει έρποντας, τρία-τέσσερα βήματα μέσα στο άνοιγμα, όταν άκουσα πίσω μου να ανεβαίνει κόσμος. Συνέχισα την προσπάθεια παραμερίζοντας το χώμα και πιέζοντας το σώμα μου να γλιστρήσει μέσα στο άνοιγμα, πόντο-πόντο. Ξαφνικά, μέσα στο αχνό φώς, είδα κάτι να κινείται και άκουσα έναν ανάλαφρο στεναγμό. Και μετά, μια ασθενική κραυγή, “Βοήθεια, Βοήθεια”.

Απότομα, έγινε σιωπή, και κάποιος, πίσω μου, φώναξε “Από δώ ακούστηκε, από δώ”. Ρώτησα, μέσα στο κλάμα μου, “ποιός είσαι;” Άκουσα μια βραχνή ανάσα να ψιθυρίζει “Λουκίνα”. “Ο Γιόρμα, είμαι, κουράγιο, αγάπη μου, έρχομαι”.

Ζούσε, ναι ζούσε. Πήρα θάρρος κι εξακολούθησα με μανία να σπρώχνω τα χαλάσματα που μου έκλειναν το άνοιγμα και να σέρνω το σώμα μου όλο και πιό βαθιά, όλο και πιό στενάχωρα, προσπαθώντας να φτάσω στην φωνή της. Άκουγα αχνά, την βαριά και ακανόνιστη ανάσα της. Παραμερίζοντας και λυγίζοντας, με όση δύναμη είχα, ένα λεπτό σύρμα από τον οπλισμό της πλάκας, είδα μπροστά μου το κεφάλι της και τμήμα από το πρόσωπό της, στραμμένο προς το μέρος μου.

– Γιόρμα, ήρθες; ψιθύρισε με κόπο. Έτρεχα προς τις σκάλες, όταν κάτι με έσπρωξε με δύναμη στην πλάτη. Και βρέθηκα έτσι.
– Θάρρος αγάπη μου, θα σε σώσω. Μην μιλάς και κουράζεσαι.
– Δεν μπορείς να με βγάλεις, είναι αδύνατο να κουνηθώ.
– Πώς αισθάνεσαι, πές μου, πονάς;
– Δεν αισθάνομαι τίποτε, μόνο το κεφάλι μου. Σα να μην έχω κορμί, ψιθύρισε με φωνή που έσβηνε.

Φώναξα δυνατά, “Εδώ είναι, εδώ”. Ο συγκεντρωμένος κόσμος πίσω μου, παραμέριζε μπάζα και προσπαθούσε να με πλησιάσει, μεγαλώνοντας το άνοιγμα.

– Γιόρμα, αγάπη μου, δεν μπορώ άλλο, νυστάζω και παγώνει το δέρμα του προσώπου μου.
– Όχι Λουκίνα, όχι, μην κλείνεις τα μάτια, όχι, κοίταξέ με!
– Είναι πολύ σκοτεινά εδώ, και κρύα. Και δεν έχω σώμα, πια. Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ! Κι έκλεισε τα μάτια.
– Λουκίνα, μην κοιμάσαι, Λουκίνα! Λουκίνα!

Πίσω από την κραυγή μου ακούστηκε ένα αχνό “Αντίο, αγάπη μου… ήταν όμορφα μαζί”. Άνοιξε τα βλέφαρά της και, στο μισοσκόταδο, μου φάνηκε ότι οι ίριδες κινήθηκαν δεξιά-αριστερά, γρήγορα. Άφησε έναν αναστεναγμό σαν ροχαλητό. Τα μάτια της, έμειναν να με κοιτάζουν, ακίνητα.

Προσπάθησα, με το ένα μου χέρι που ήταν τεντωμένο προς το μέρος της, να της κουνήσω δυνατά το πρόσωπο. Μάταιο. τα μάτια, παγωμένα, με κοιτούσαν σταθερά. Άρχισα να ουρλιάζω “βοήθεια, πεθαίνει”.

Προσπάθησα να συρθώ ανάποδα, έξω από την τρύπα. Αδύνατον. Είχα σφηνώσει. Ένιωσα παγιδευμένος. Ζάλη και ναυτία  Ένας σπασμός, ένα κύμα, μέσα από το στομάχι μου, όρμησε να βρεί την έξοδο και, καθώς έκλαιγα και κραύγαζα, κόπηκε η αναπνοή μου.

Αισθάνθηκα χέρια να πιάνουν τα πόδια μου, σφιχτά, από τους αστραγάλους κι έσβησαν όλα γύρω μου, προσπαθώντας μάταια ν’ ανασάνω. Κι αυτό, ήταν το τελευταίο που θυμάμαι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Άνοιξα τα μάτια. Κοίταξα το ταβάνι του ασθενοφόρου. Προσπάθησα να κινηθώ, αλλά, όλο το σώμα μου, ήταν δεμένο σφιχτά, σε κυλιόμενο φορείο. Σωλήνες και σωληνάκια, κατέβαιναν προς το πρόσωπό μου. Προσπάθησα να μιλήσω. Κάτι με εμπόδιζε. Ανέπνευσα, αλλά ο αέρας δεν κινήθηκε μέσα απ’ το στόμα μου.

Μια κοπέλα, με άσπρη φόρμα, έσκυψε από πάνω μου. Προσπάθησα να την ρωτήσω για την Λουκίνα. Μου έκανε νόημα να σωπάσω. Έπειτα είπε:

– Σε βγάλαμε μέσα από το άνοιγμα με πολλή προσπάθεια. Είχες κάνει εμετό και είχες αναρροφήσει γαστρικά υγρά. Κινδύνευες να πεθάνεις από ασφυξία. Όσο πιό γρήγορα μπορούσα, σου έκανα ένα άνοιγμα στον λαιμό κι έβαλα ένα σωληνάκι να τραβήξω τα υγρά από την τραχεία. Μετά σού ωθούσα αέρα, ρυθμικά, με χειροκίνητη αντλία, μέσα από το σωληνάκι, μέχρι που άρχισες να αναπνέεις από μόνος σου. Τραχειοτομή το λέμε, αυτό που σου έκανα. Κι ευτυχώς, δεν σε χάσαμε. Οπότε, μην προσπαθείς να μιλήσεις, δεν θα το καταφέρεις.

Σχημάτισα με τα χείλη “Λουκίνα”. Η κοπέλα έδειξε να διάβασε τα χείλη μου. Έσκυψε το κεφάλι και δεν μίλησε. Κατάλαβα κι άρχισα να παλεύω να λυθώ. Μάταιο. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα που έτρεχαν πλάϊ, στους κροτάφους μου. Ένιωσα ένα τσίμπημα στο δεξί μπράτσο και, χιλιοστά της ώρας αργότερα, κοιμήθηκα. Στο μεταξύ, πρίν χάσω τις αισθήσεις μου, θυμάμαι να άκουσα την πόρτα του ασθενοφόρου να ανοίγει.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Το πρώτο που είδα ήταν το λευκό ταβάνι του νοσοκομείου. Το δεύτερο ήταν το πρόσωπο της Καταλίας που έσκυβε πάνω μου, με μάτια κόκκινα και χαρακτηριστικά, κάπως πρησμένα. “Τις χάσαμε και τις δύο, την Λουκίνα και την Μήδα”, ψιθύρισε κι αφέθηκε σε ένα γοερό κλάμα, με δυνατά αναφιλητά. Άρχισα κι εγώ να κλαίω κι ανασηκώθηκα, αγκαλιάζοντάς την. Μου είχαν ράψει το άνοιγμα στον λαιμό. Μιλούσα κι ανέπνεα κανονικά.

Μια νοσοκόμα ήρθε στο θάλαμο και μου έκανε παρατήρηση να μην σηκωθώ ακόμα. Παρά την ζάλη και το κλάμα, αρνήθηκα να ξαπλώσω και συνέχισα να κρατώ την μητέρα μου αγκαλιά.”Τις θάψαμε πριν τρεις ώρες, πλάι-πλάι, μαζί με άλλους 11 νεκρούς”, μου είπε στο αυτί, κλαίγοντας. “Μόνο ένα βρέφος, βγήκε ζωντανό από τα χαλάσματα”.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Έξι μήνες αργότερα, υπεγράφη συνθήκη ειρήνης, που πανηγύρισε όλος ο πλανήτης. Όμως εγώ ήμουν απαρηγόρητος. Ο πόλεμος μου στέρησε τον πατέρα και τον έρωτά μου. Δεν μπορούσα να συμμεριστώ όλη αυτή τη χαρά. Απλώς σήκωσα τους ώμους και συνέχισα την μελέτη μου.

Μέσα σε τρία χρόνια είχα καλύψει τους έξι κύκλους των μέσων σπουδών κι ετοιμαζόμουν για τον τελευταίο κύκλο, τον προπανεπιστημιακό. Οι καθηγητές μου, είχαν να λένε, ότι τόσο αποδοτικό, έξυπνο και απόλυτα προσηλωμένο στην μελέτη, μαθητή, είχαν πολλά χρόνια να δουν. Όμως εγώ, δεν έβρισκα χαρά πουθενά, πια. Μόνο στα βιβλία.

Δεκατεσσάρων χρονών, έμπαινα πανηγυρικά στο Πανεπιστήμιο, στις Επιστήμες της Φύσης, Η ζωή μου έμοιαζε προδιαγεγραμμένη και ο μόνος άνθρωπος που χαιρόταν απόλυτα αυτή την πορεία μου ήταν η Μάμα-Καταλία, όπως την έλεγα χαϊδευτικά.

(Απόσπασμα μνήμης Β6:
Πόλη Νέα Σιναβάλντα.
Μετά το ολοκαύτωμα)

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s