“Το ‘δώρο΄”

Τον τελευταίο μισό χρόνο, σταδιακά και με πολύ γρήγορους ρυθμούς, χάρις στα συστήματα εκτύπωσης στον χώρο, η Νέα Σιναβάλντα μεγάλωνε, μέρα τη μέρα. – από τον Αστροβάμονα

Μόλις τρείς μήνες είχαν περάσει από την μετεγκατάστασή μας στα περίχωρα της Νέας Σιναβάλντα.

Μιας πραγματικά νέας πόλης που χτίζονταν στα εδάφη της παλιάς. Όπως μας εξήγησε η κοινωνική λειτουργός που μας οδήγησε στη νέα μας γειτονιά, τα σχεδόν τρία χρόνια που ζούσαμε στην Κενάβα, μεγάλα αυτόνομα -ρομποτικά, κατά την γήϊνη ορολογία- συστήματα είχαν αφαιρέσει όλα τα παλαιά ραδιενεργά συντρίμμια, τα είχαν σπάσει σε μικρά χαλίκια και τα είχαν θάψει σε ένα κοντινό υπόγειο σπήλαιο. Μετά σβάρνισαν από όλη την έκταση το χώμα σε βάθος περίπου μια παλάμη ώστε να αποσύρουν τη ραδιενεργή σκόνη που είχε καθίσει μετά την έκρηξη και με αυτό το χώμα γέμισαν το σπήλαιο και το σφράγισαν. Επάνω του έστησαν ένα Τύμβο Μνήμης.

Τον τελευταίο μισό χρόνο, σταδιακά και με πολύ γρήγορους ρυθμούς, χάρις στα συστήματα εκτύπωσης στον χώρο, η Νέα Σιναβάλντα μεγάλωνε, μέρα τη μέρα. Έπαιρναν υλικά από το χώμα που ανασκάπτονταν σε βάθος, για θεμελίωση και για υπόγεια δομή, και στην συνέχεια τα έλιωναν, τα διαχώριζαν σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα τη χρήση και με αυτά εκτύπωναν σκελετό, τοίχους και τζαμαρίες.

Έτσι υψώνονταν, η μία μετά την άλλη, κατακόρυφες κατασκευές πολυκατοικιών σε πληθώρα σχεδίων και με μεγάλη χωρητικότητα. Κάθε μια ομάδα από αυτές τις μηχανές εκτύπωσης ετοίμαζε ένα πλαίσιο πολυκατοικίας μέσα σε 35 μέρες και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να τοποθετηθούν οι βασικές υποδομές σε δίκτυα και οι επιπλώσεις.

Όταν εγκατασταθήκαμε, στην γύρω περιοχή υπήρχαν 5 μεγάλες δομές πολυκατοικιών με χωρητικότητα γύρω στα 600 διαμερίσματα η κάθε μία και με εσωτερικά τοποθετημένα μικρά καταστήματα διανομής αγαθών και χώρους αναψυχής. Έτσι κάθε δομή είχε πάνω από 2500 κατοίκους και λειτουργούσε με ένα πλάνο εισόδου-εξόδου αγαθών και τελικών απορριμάτων.

Ζούσαμε στον 7ο όροφο ενός εννεαόροφου σκέλους του συγκροτήματος, σε ένα διαμέρισμα με τρία δωμάτια , το δικό μου, της μητέρας και το καθιστικό. Επίσης υπήρχε χώρος παρασκευής και συντήρησης τροφής με την μορφή μικρού δωματίου με πτυσσόμενο διαχωριστικό και φυσικά ο χώρος υγιεινής και μια μικρή αποθήκη με ράφια. Όλες οι πόρτες ήταν αυτόματες πτυσσόμενες για εξοικονόμηση χώρου.

Από το παράθυρο, κάτω από το οποίο είχα το γραφειάκι μου και διάβαζα, έβλεπα στο απέναντι σκέλος, στον 8ο, το διαμέρισμα που έμεναν η Λουκίνα με την μητέρα της. Συχνά βγαίναμε στα μπαλκονάκια και μιλούσαμε με χειρονομίες και σινιάλα. Συναντιόμασταν κάθε πρωΐ πηγαίνοντας στο σχολείο με τα πόδια και σχεδόν κάθε απόγευμα που βγαίναμε στους χώρους του συγκροτήματος και παίζαμε μαζί με άλλα παιδιά.

Το σχολείο ήταν ένα χιλιόμετρο μακριά, χωριστό συγκρότημα με πολλές ομάδες κτιρίων, αίθουσες, εστιατόριο, αναψυκτήρια, εργαστήρια, γυμναστήρια και πισίνες και είχε πάνω από 7000 μαθητές όλων των ομάδων και τάξεων από το νηπιαγωγείο μέχρι το τέλος των βασικών σπουδών. Τα πανεπιστήμια και οι σχολές ειδικεύσεων ήταν αλλού.

Σε απόσταση 8 χιλιομέτρων από την συνοικία, ήταν το αεροδρόμιο και η αεράμυνα του τμήματος εκείνου της πόλεως και ήταν ορατό στο βάθος αρκετά πλάγια δεξιά από το παράθυρό μου.

Συχνά, παρακολουθούσα εκστασιασμένος το θέαμα απογειώσεων και προσγειώσεων σμηνών, συμπεριλαμβανομένου του έντονου θορύβου που έκαναν τα αεροσκάφη κατά την απογείωση και του χρόνου που μεσολαβούσε μέχρι να τον ακούσω. Η απορία αυτή ήταν μια από τις πρώτες συζητήσεις που προκάλεσα στην τάξη, ζητώντας εξήγηση από την δασκάλα των φυσικών επιστημών.

Εκείνο το απόγευμα έκλεισα τα βιβλία νωρίς. Ήθελα πολύ να βγώ έξω να παίξω αλλά δεν έβλεπα κανέναν στον χώρο αναψυχής του συγκροτήματος. Κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινα στο μπαλκόνι μου και κοιτούσα κάτω τις εγκαταστάσεις. Ερημιά. Πού είναι όλοι;

Κάποια στιγμή είδα κίνηση στο μπαλκόνι της Λουκίνας, κοιτούσε προς το μέρος μου και μου έκανε νόημα. Της έδειξα τις έρημες εγκαταστάσεις στο ισόγειο, ανασήκωσε τους ώμους. Με έδειξε, μετά τον εαυτό της και τέλος έδειξε κάτω. Οι δυό μας! Έκανα σινιάλο, “φύγαμε”.

Έβαλα εφαρμοστό σορτσάκι και μπλούζα, πίεσα την παλάμη στον αισθητήρα της εξώπορτας και βγήκα αγγίζοντας το πλήκτρο “αθλοπαιδιές”. Δευτερόλεπτα αργότερα άνοιγε απέναντι η πόρτα από το οροφόχημα, κάτι σαν αιωρούμενο ασανσέρ σε τρείς διαστάσεις. Είχε άλλα τρία άτομα μέσα.

Με ταχύτητα, διέσχισε τον διάδρομο, κατέβηκε 2 ορόφους από το άνοιγμα, κινήθηκε εσωτερικά, άφησε τους δύο ξανακατέβηκε άλλους 4 ορόφους, παρέλαβε μια κυρία και τέλος μας άφησε στην εξώπορτα της πτέρυγας μπροστά από τον χώρο άθλησης και αναψυχής.

Ένα μικρό αυτόματο διθέσιο παρέλαβε τον άνδρα και την γυναίκα προς άγνωστη κατεύθυνση. Είδα απέναντι, από την άλλη πλευρά, την Λουκίνα με ολόσωμη κόκκινη φόρμα που εφάρμοζε γάντι στο σώμα της, να βγαίνει από την εξώπορτα της απέναντι πτέρυγας. Έτρεξα προς το μέρος της αλλά λίγα βήματα πριν κοντοστάθηκα και την θαύμαζα έτσι όπως λικνιζόταν αργά προς το μέρος μου, χαμογελαστή, με τα μαύρα μαλλιά της να ανεμίζουν. Δύο μικρά εξογκώματα διαγράφονταν έντονα στο στήθος της. Θεοί, πόσο όμορφη!

Μου έδειξε τις μπάλες, πήραμε μία και παίζαμε πετόσφαιρα, αλλάζοντας πάσες και προσπαθώντας ο ένας να διαπεράσει την άμυνα του άλλου. Ευέλικτη, γρήγορη, τίναζε το σώμα της και προλάβαινε σχεδόν όλες τις μπαλιές μου, όπως κι εγώ τις δικές της.

Για μια στιγμή αφαιρέθηκα κοιτάζοντας τα μικρά εξογκώματα στο στήθος της να γίνονται αιχμηρά. Έχασα την μπαλιά και η μπάλα έφυγε πίσω μου. Η Λουκίνα έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή “Χαχα, Γιόρμα. Σε κέρδισα, σε κέρδισα”.

Το θεώρησα αδικία, αλλά δεν μπορούσα να πώ τον λόγο που αφαιρέθηκα και άρχισα να τρέχω κατά πάνω της δήθεν οργισμένος. Γύρισε την πλάτη κι άρχισε να τρέχει γύρω – γύρω στο γήπεδο γελώντας και κοροϊδεύοντας. Έτρεξα πίσω της με όλη μου την δύναμη μέχρι που την έφτασα και την έπιασα από το κολάν.

Τεντώθηκε το ύφασμα και αναγκάστηκε να σταματήσει γυρίζοντας προς το μέρος μου. Με την περιστροφή του κορμιού της βρέθηκαν τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τον ώμο και τη μέση της. Μείναμε για μια στιγμή να κοιταζόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο αγκαλιά, λαχανιασμένοι.

Έκλεισα τα μάτια κι ανάσαινα την μυρωδιά του ιδρώτα της με λαχτάρα. Με φίλησε στο μάγουλο κι έσφιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου. Με τα χείλη μου άγγιξα τα χείλη της και ένιωσα να τρέμω ολόκληρος από ηδονική ταραχή. Πιασμένοι χέρι-χέρι καθίσαμε στον πάγκο, στην άκρη του γηπέδου.

Δυό παιδιά, αγκαλιασμένα. Δυό παιδιά ορφανεμένα στον πόλεμο. Δυό παιδιά που για μια στιγμή, όσο κράτησε η αιωνιότητα, έτρεμαν από ευτυχία και σιωπούσαν, την πιό κραυγαλέα σιωπή της ζωής τους.

Στο τέλος με φίλησε τρέμοντας στο στόμα και μετά έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε “Για τα αυριανά σου γενέθλια που γίνεσαι 10 χρονών”. Σηκώθηκε απότομα κι έφυγε τρέχοντας για την είσοδο της πτέρυγάς της, αφήνοντάς με χαυνωμένο σε επιτακτική αδημονία να την ξανασφίξω στην αγκαλιά μου. Έκλεισα τα μάτια για να διατηρήσω την εικόνα του κορμιού της μέσα στην εφαρμοστή κόκκινη φόρμα, να φεύγει με γρήγορο διασκελισμό μακριά μου.

Μετά από λίγα λεπτά, σηκώθηκα κι εγώ από το παγκάκι και κίνησα με αργά, σχεδόν μηχανικά βήματα, για το διαμέρισμα. Σε 65/100 της ώρας θα γύριζε και η μητέρα από τη δουλειά.

Ο κόσμος δεν ήταν ίδιος πιά. Ήταν όμορφος αιφνιδίως, πολύ όμορφος. Ακόμα και το οροφόχημα που με άφησε μπροστά στην εξώπορτα του διαμερίσματος μου φάνηκε κάτι υπέροχο, σαν να το έβλεπα πρώτη φορά. Σκεφτόμουν την αυριανή γιορτούλα για τα γενέθλιά μου και είχε χάσει κάθε νόημα. Ένιωσα μεγάλος πια για παιδικά πάρτυ. ‘Αγγιξα με την παλάμη τον αισθητήρα και μπήκα στο σπίτι.

Η μητέρα με βρήκε μπρούμυτα στο κρεββάτι, να ανασαίνω τον ιδρώτα της στις παλάμες μου, ευτυχισμένος, με τα μάτια κλειστά.

(Απόσπασμα μνήμης Β5:
Πόλη Νέα Σιναβάλντα.
Μετά το ολοκαύτωμα)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s