«Το μαύρο φεγγάρι»

Ήταν η Μούσα σου, τουλάχιστον έτσι ένιωθες. Και σ’ αγαπούσε, σου το έλεγε. Κι αφηνόσουν στον ήχο της αγάπης της, να σου χαϊδεύει τα αυτιά. -γράφει ο Θωμάς Αργυρέας

Αμ, τι νόμιζες φίλε μου;

Κοιμόσουν και ξυπνούσες με την εικόνα της, μιλούσες και σκεφτόσουν με το χαμόγελό της, ονειρευόσουν κι έγραφες με την τραγουδιστή φωνούλα της. 

Δεν σου πέρασε καν από το μυαλό ότι όλα αυτά έχουν ένα τέλος; Δεν κράτησες μια επιφύλαξη στον έρωτά σου για κείνην;

Ήταν η Μούσα σου, τουλάχιστον έτσι ένιωθες. Και σ’ αγαπούσε, σου το έλεγε. Κι αφηνόσουν στον ήχο της αγάπης της, να σου χαϊδεύει τ’ αυτιά.

Ανοίχτηκες, μίλησες ειλικρινά, έδωσες ψυχή, έδωσες μονοπάτι να κατέβει στην άβυσσο της ύπαρξής σου, έδωσες δρόμο και την άφησες να φωτίσει τις πιό κρυφές γωνιές σου.

Κι εσύ; Κι εσύ την παρατηρούσες, την άκουγες να σου μιλάει, να σου τραγουδάει τις αγάπες της, να σου απλώνει τους πόνους της και βυθιζόσουν ηδονικά στην δική της άβυσσο.

Και νόμισες ότι θα κρατήσει για πάντα. Τί κρίμα, όμως. Όταν άνοιγες τον δρόμο για την άβυσσό σου θα έπρεπε να γνωρίζεις ότι σηματοδοτούσες την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης. Μέχρι κάποιος από τους δυό σας να έσπαγε πρώτος.

Ποιός θα άντεχε να ψηλαφεί δύο αβύσσους, όταν δεν αντέχει την ίδια την δική του; Γιατί να άντεχε εκείνη; Πώς το φαντάστηκες, δηλαδή;

Κι έπειτα; Ένας εραστής της αβύσσου της, θα ήταν ένας εραστής με βαθιά γνώση της ψυχής της και άρα ένας -εν δυνάμει- επικίνδυνος εραστής.

Ανασφάλεια, ανησυχία και φόβος κανοναρχούσαν το τέλος της ύπαρξής σου μέσα στον κόσμο της. Η άβυσσος έκλεινε κι εσύ βρέθηκες ξανά έξω, χωρίς την αγάπη της.

Κι έτσι, τώρα πια, «δι ασήμαντον ή και ανύπαρκτον αφορμήν», σιώπησε. Η τόση αγάπη, σιώπησε. Η τραγουδιστή φωνή, σιώπησε. Το κοχυλένιο αυτάκι της έπαψε να σε ακούει, τα σκοτεινά, απύθμενα μάτια της, δεν σε κοιτάζουν πια.

Κι έμεινες μόνος, ερωτευμένος, ν’ αναρωτιέσαι γιατί. Δεν υπάρχει γιατί, φίλε μου, που να μπορεί να ειπωθεί. Μια σκηνοθεσία ήταν, βαθιά στο ανήσυχο μυαλό της που δεν άντεξε τον δρόμο που χαράξατε.

Μια σκηνοθεσία αιτίας, ένα τίποτα που γιγάντωσε, ένα μηδαμινό γεγονός, μια λέξη σου, μια σιωπή σου. Κι έχτισε πάνω τους, τα φόρτωσε με απίστευτο βάρος, δεν το άντεξε κι απλά, σε έβγαλε από το κάδρο της ζωής της.

Χωρίς μια λέξη, χωρίς έναν ήχο. Σε κατηγόρησε μέσα της -δεν έχει σημασία τι, σκηνοθετημένο, ούτως ή άλλως-, σε δίκασε, σε έκρινε ένοχο, σε καταδίκασε κι εσύ το μόνο που ένιωσες ήταν την ποινή να εφαρμόζεται. Σιωπή και λήθη.

Τώρα, δεν έχεις τίποτε στην ζωή σου, μόνο μια ψυχή που πονάει και χαίνει κι ένα μονοπάτι που το φωτίζει το μαύρο φεγγάρι του έρωτά σου. Μην τη ρωτήσεις, μην της μιλήσεις, την αλήθεια δεν θα μάθεις. Ούτε και η ίδια, ίσως, δεν τη γνωρίζει.

Μόνο τράβα το δρόμο κι η χαίνουσα ψυχή θ’ αφήσει τις σταγόνες του πόνου της πάνω στο μονοπάτι. Έτσι, μόνο, κρατιέται καθαρό, αυτό το μονοπάτι του φευγιού. Απ’ τις σταγόνες των πονεμένων ψυχών που δεν τ’ αφήνουν να χορταριάσει και να σβήσει.

Κι απ’ το μαύρο φεγγάρι που τις φωτίζει με το αόρατο φώς του. Ιδέ τες πώς αντιφέγγουν μ’ ένα γαλάζιο φως, φασματικό. Ακολούθα τες με θάρρος και μην γυρίσεις πίσω.

Δες τις στήλες άλατος, δεξιά κι αριστερά. Είναι οι ψυχές όσων λιποψύχησαν και γύρισαν να ρωτήσουν, να συρθούν, να εκλιπαρήσουν.

Καλό δρόμο, φίλε μου. Πυξίδα σου οι σταγόνες.

Το μαύρο φεγγάρι του έρωτά σου θα σε οδηγήσει ξανά στο φώς.

(Γράμμα σε έναν φίλο)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.