Κρίση με Α κεφαλαίο

«Ο Κικέρωνας έλεγε ότι εάν έχεις ωραίο κήπο και μια μεγάλη βιβλιοθήκη δε σου λείπει τίποτα στη ζωή. Έχω και από τα δύο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να μου λείπουν πολλά.»
– από τον Τόλη Αναγνωστόπουλο

economic_crisis__by_jvas2000-dc1tvw3.jpg

Κάποιες λέξεις είναι από μόνες τους αρνητικές. Το «κατάντησες» ας πούμε είναι μία από αυτές. Το «κατάντησες να πουλάς βιβλία» όμως δεν στέκει. Τι το αρνητικό έχει το βιβλίο; Είναι όμως η μόνιμη επωδός των πρώην φίλων μου και της πρώην γυναίκας μου. Και είναι δύσκολο να βρω καινούριους. Από τη νέα δουλειά με άλλους πλανόδιους. Παρόλο που με αυτούς ταιριάζω επαγγελματικά αλλά και ταξικά. Στο ίδιο μετερίζι είμαστε ρε παιδιά. Αλλά πάλι τα βιβλία ενοχλούν. Σου λέει αν πουλούσες σαν εμάς χαρτομάντιλα, υαλοκαθαριστήρες και cd θα σε βάζαμε στην παρέα. Αλλά με τα βιβλία είσαι ο περίεργος.

Και όμως το βιβλίο λέει ότι σου ανοίγει νέους δρόμους, νέους ορίζοντες. Εμένα μου τους κλείνει. Αλλά δεν το παρατάω. Ίσως είμαι ρομαντικός, ο μόνος που γουστάρει και προμοτάρει το προϊόν που πουλάει. Οι άλλοι τι μπορούν να πουν για τα χαρτομάντιλα; Πόσο απορροφητικά είναι; Για τα cd; Ότι είναι αντοχής και ότι διώχνουν τα περιστέρια; Εγώ δίνομαι στους πελάτες. Άσχετο που ελάχιστοι αγοράζουν. Δεν έχει σημασία και ένα βιβλίο θα βοηθήσει κάποιον θα του ανοίξει δρόμους. Δεν πειράζει που κλείνει τους δικούς μου.

Ψυχολογώ τους υποψήφιους πελάτες μου. Σε σοφιστικέ τύπους δίνω Φώκνερ, Κάφκα και Ντοστογιέφσκι, σε νέους Χόρνμπι, Νέσμπο και σε κυρίες Μαντά και Δημουλίδου. Προτείνω καλλίτερα, γιατί είπαμε λίγοι παίρνουν. Σε πιο ψαγμένους κάνω και ιστορικές αναδρομές στη λογοτεχνία και ανταλλάσσω απόψεις μαζί τους για τη χρησιμότητα του νεορεαλισμού και της στρατοπεδικής λογοτεχνίας.

Και αυτοί δεν αγοράζουν πάντως, μόνο επικοινωνούν μαζί μου. Μπορεί επειδή τα βιβλία μου είναι μεταχειρισμένα, από τη δική μου βιβλιοθήκη δηλαδή. Ο Κικέρωνας έλεγε ότι εάν έχεις ωραίο κήπο και μια μεγάλη βιβλιοθήκη δε σου λείπει τίποτα στη ζωή. Έχω και από τα δύο αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να μου λείπουν πολλά. Όχι μόνο υλικά.

Ευτυχώς τον μικρό μας κήπο τον φροντίζει η μητέρα μου. Να ‘ναι καλά μετά την περιπέτεια με τη δουλειά, το διαζύγιο με τη Νότα και τον πλειστηριασμό του σπιτιού με φιλοξενεί στο σπίτι της. Όχι δεν υπάρχει κάτι το παθολογικό που μένω σαράντα χρονών άνθρωπος με τη μάνα μου. Για οικονομικούς λόγους. Και όχι μόνο. Και από αγάπη.

Η μάνα μου είναι η μόνη που με καταλαβαίνει. Δεν την έχω μόνο να μου μαγειρεύει και να με συγυρίζει αλλά και για να κάνουμε παρέα. Πιστεύει σε μένα, πάντα με είχε ψηλά. Γουστάρει ακόμα και την τωρινή μου δουλειά. Δε στεναχωριέται όταν γυρνάω σπίτι άπρακτος και άφραγκος μη έχοντας πουλήσει ούτε ένα βιβλίο. Της αρέσει να της διαβάζω κάθε μέρα και από ένα βιβλίο. Δε βλέπει καλά με παρακαλάει να της διαβάζω αργά και καθαρά για να ζει την ατμόσφαιρα. Σε σημεία που την ενδιαφέρουν με προτρέπει να τα σημειώνω με μολύβι και να τα επαναλαμβάνω αργότερα. Σε άλλα σημεία ξεσπάει σε κλάματα λέγοντας μου πόσο τη συγκίνησε ο συγγραφέας. Δεν την πολυπιστεύω, νομίζω πως βρίσκει ευκαιρία να κλάψει για μένα αλλά δεν της λέω τίποτα. Πονάει βλέποντας την καθοδική μου πορεία αλλά σε αντίθεση με τους πρώην συζύγους, φίλους και συναδέλφους αυτή με δικαιολογεί ρίχνοντας το φταίξιμο στην κρίση και μόνο σε αυτή.

Δεν έχει και πολύ δίκιο γιατί εγώ επέλεξα σύζυγο και φίλους όχι η κρίση. Επίσης όντας κολλημένος στα βιβλία έβλεπα τα πάντα με ρομαντισμό αλλά οι νέες συνθήκες απαιτούν σκληρότητα και κυνισμό για να επιβιώσεις. Δεν έκανα και τα κουμάντα μου όταν ήμουν στα πάνω μου, δεν κρατούσα λεφτά, είχε δίκιο σε αυτό η Νότα στα άλλα που έλεγε δεν είχε.

Με κατηγορούσε για ατολμία, αλαλία και ανομβρία-αγαμία. Αυτά τα «α» τα έβλεπα σαν κεφαλαία, με στοίχειωναν. Με αδικούσαν όμως. Δεν χρειαζόταν τόλμη για να αναρριχηθώ περισσότερο στην εταιρία αλλά γλείψιμο και λαμογιά, δεν μιλούσα επίτηδες όταν αυτή ούρλιαζε στους καυγάδες μας και όχι δεν την είχα αγάμητη, το αντίθετο. Στείρος είμαι αλλά είναι άδικο να με κρίνει από την ταχύτητα ή τη διεισδυτικότητα των σπερματοζωαρίων μου. Και αυτά ατόνησαν πώς να το κάνουμε. Όταν όλα στη ζωή σου κατεβαίνουν επηρεάζονται και οι αναπαραγωγικοί σου δείκτες. Όπως και οι δείκτες αυτοπεποίθησης, αυτοεκτίμησης.

Προσπάθειες έκανα πολλές να «ξυπνήσω» τα κοιμισμένα μου σπερματοζωάρια, τι μαντζούνια, τι φάρμακα, τι ειδικές διατροφές με στρείδια, καρύδια και βασιλικούς πολτούς. Δεν είχα αποτέλεσμα αν και η Νότα δεν έμεινε να το δει. Της έφτανε που ήμουν άνεργος και το σπίτι θα έκανε φτερά, χωρίς αυτά δεν συζητούσε μαζί μου για απόγονο.

Οι φίλοι είναι μεγάλη κουβέντα τελικά. Αποδείχτηκαν κολλητοί στα social media όπου τα like, τα follow και τα «ποσταρίσματα» συμπαράστασης ξεπέρασαν κάθε προσδοκία αλλά άφαντοι στην καθημερινότητα μου. Ίσως έφταιγα εγώ που αποτραβήχτηκα κάπως δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στη Νότα και στη δουλειά. Όταν έφαγα μούντζα και από τις δύο πλευρές είχα χάσει πολύτιμο έδαφος με τους φίλους.

Μόνη συντροφιά στην αρχή το ποτό. Καλός σύντροφος. Δε ρωτούσε πολλά, με καταλάβαινε, με ανέβαζε. Έστω και για λίγο. Αποδείχτηκε τελικά κακός σύμβουλος. Κατάστρεψα και αυτά τα λίγα που μπορούσα να περισώσω. Μου έμεινε μια στάλα αξιοπρέπειας και ζήτησα βοήθεια. Από ειδικούς εννοείται.

Όταν δεν έχεις φίλους και συγγενείς πας στους ειδικούς. Οι ειδικοί είναι περιζήτητοι για αυτό ακριβώς το λόγο. Μετά σε στέλνουν σε ομάδες με άτομα σαν και εμένα. Ανώνυμοι αλκοολικοί λέγονταν αλλά μόνο ανώνυμοι δεν ήταν. Κάποιοι ήταν και πολύ επώνυμοι. Τους παρεξήγησα στην αρχή. Νόμιζα πως θα ήμασταν σε κύκλο και θα παρουσιαζόμασταν ως «είμαι ο Γιάννης και είμαι καλά». Καλά πήγε τελικά με βοήθησε η ομάδα, είδα κόσμο σε χειρότερο στάδιο από εμένα. Τουλάχιστο έκοψα το ποτό. Πήρα μετά από καιρό τη Νότα να της πω πως ξαναμπήκα στον ίσιο δρόμο αλλά για αυτήν στο δρόμο το σωστό δεν περπατάνε άνεργα, άφραγκα, άγονα και εξαρτημένα όχι από ουσίες αλλά από μητρική φροντίδα άτομα.

Ξεκίνησα να στέλνω βιογραφικά παντού αλλά για τις μεγάλες και καλά αμειβόμενες δουλειές ήμουν γέρος και για τις μικρότερες overqualified. Δεν είχα κανένα πρόβλημα να κάνω τον ντελιβερά, τον αποθηκάριο και τον πωλητή παραδοσιακών στολών σε συλλόγους στην Αττική αρκεί να με πλήρωναν. Δεν το έκαναν όμως. Έτσι αναγκάστηκα να ελαφρύνω ποσοτικά και ποιοτικά την βιβλιοθήκη μου για λόγους επιβίωσης αλλά και προς όφελος της κοινωνίας.

Δεν έχω πέραση ούτε εγώ ούτε τα βιβλία μου. Δεν πουλάω τίποτα ούτε φαίνεται οι άλλοι να απολαμβάνουν την επικοινωνία μαζί μου. Εκτός μιας κοπέλας της Βάνας που δεν σκαμπάζει μία από βιβλία αλλά ζητάει συνέχεια ραντεβού μαζί μου. Δεν δείχνω τον ίδιο ενθουσιασμό αλλά υπάρχει και η λίμπιντο. Με χαλάει που θέλει και κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης να της μιλάω για βιβλία. Την ανάβουν.

Κάνω μια νέα αρχή , ένα restart στη ζωή μου. Προσπαθώ να πουλήσω βιβλία, να τα βρω με τον εαυτό μου, να βρω μια σύντροφο. Στα δύο τελευταία κάνω εκπτώσεις. Στα βιβλία δεν κάνω ποτέ.
Η κρίση υπάρχει όχι γιατί εγώ «κατάντησα» να πουλάω βιβλία αλλά γιατί κανένας δεν αγοράζει. Τελεία.

2 σκέψεις σχετικά με το “Κρίση με Α κεφαλαίο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.