Οδυσσέας Ελύτης : «Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ ‘τον ήλιο..»

«Μάντεψε, κόπιασε, νιώσε:
Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος..»
– επιμέλεια Μαρία Λυδία Κυριακίδου

 


Synopsis

maxresdefault (1).jpg

Ο Οδυσσέας Ελύτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Οδυσσέας Αλεπουδέλης, 2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Βραβεύτηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμάται με Νόμπελ.

Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, ο Ήλιος ο πρώτος και οι Προσανατολισμοί. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες.

Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Έργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

[Πηγή: Wikipedia]


[#Apodyoptis_Special]

1997-Έκδοση-Προσωπικότητες-ΟΔΥΣΣΕΑΣ-ΕΛΥΤΗΣ-Νόμπελ-Λογοτεχνίας-1979.jpg

Συγκεντρώσαμε είκοσι επιλεγμένα αποσπάσματα του ποιητικού του λόγου.

1. «Έχεις μια γη θανάσιμη που
τη φυλλομετράς αδιάκοπα και
δεν κοιμάσαι.
Τόσους 
λόφους λες,
τόσες θάλασσες,
τόσα λουλούδια.
Κι η μια καρδιά σου
γίνεται 
πληθυντική
εξιδανικεύοντας την
πεμπτουσία τους.
Κι όπου κι αν προχωρήσεις
ανοίγεται το διάστημα,
κι όποια λέξη κι αν στείλεις
στο άπειρο μ’ αγκαλιάζει.

Μάντεψε, κόπιασε, νιώσε:

Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.»


2.«Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα
σ’ ακολουθούν μετουσιωμένα.
Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της.
Κι εσύ κρατώντας το φώσφορο στην παλάμη σου
κυκλοφορείς ασάλευτη
μέσα στις ίνες της πελώριας τύχης.
Και τα μαλλιά σου
ποτισμένα στην Ενάτη
καμπυλώνουν τις θύμησες και
περνούν τους φθόγγους στο
στερνό αέτωμα της αμφιλύκης.»


3. «Μέσα στα δέντρα τούτα που
θα επιζήσουμε το αίθριο πρόσωπο σου.
Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει
έτσι απλά τη δροσιά της.
Ο κόσμος που θα μείνει χαραγμένος εκεί.
Ω! Τα κλεισμένα λόγια
που έμειναν μεσ’ στους φλοιούς των ελπίδων,
στους βλαστούς
των νιόκοπων κλαριών
μιας φιλόδοξης μέρας-
τα κλεισ
μένα λόγια που
πικράνανε τ’ ομοίωμά τους
κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.»


4. «Κρύψε στο μέτωπό σου τ’ άστρο
που θέλησες να βρεις μέσα στο πένθος.
Και μ’ αυτό προχώρησε
και μ’ αυτό πόνεσε πάνω
απ’ τον πόνο των ανθρώπων.
Κι άφησε το λαό των άλλων να χαμηλώνει.
Εσύ ξέρεις πάντοτε περισσότερα.
Γι΄ αυτό άλλω στεναξίζεις και γι’ αυτό
σα σηκώνεις τη σημαία σου
ένα χρώμα πικρό πέφτει
στις όψεις των πραγμάτων
που παρομοιάζουν
τον τιτάνιο κόσμο.»


5. «Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται,
στην παλάμη του
διαβάζει ρόδα και γιορτές.
Φεύγει ο κόσμος,
είμαι σ’ ένα κύμα του,
εμπιστεύομαι όλος στη φορά του.
Μέτωπα φέγγουν,
δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο
που πιστεύουνε.
Μα ποια βουή,
ποιο σπήλαιο είναι αυτό
που καλεί την αγνότητα Γλάρου
στιγμή
οριζόντια
επάνω από τα πάθη,
βάρκα ευτυχισμένη, ο
ρμητήριο αναπάντεχο.»


6. «Στ’ αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία
κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου εγκαταλείψεις.
Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε
τ’ άφησε κει δε ρώτησε.
Στα κουφά δίχτυα τους
το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη μέλισσες.
Τα στόματα μοιάσανε
στα χρώματα φυγαν μεσ’ από τ’ άνθη.
Τα νερά πολύ πρωινά
σταμάτησαν τη μιλιά τους
νυχτερινή κι άθικτη.
Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.
Κι όμως πίσω από τ’ αγνοημένο αυτό βουναλάκι
υπάρχει ένα συναίσθημα.
Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.
Δε φεύγει δεν επιστρέφει.»


7.«Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας. Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια Της όρασης. Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί. Ακούσιος καταρρέει. Μεσ’ στην ιδέα που αχρηστεύεται απ’ το μελαγχολικό Σιωπητήριο.»


8. «Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας.
Ο έρωτας ποιος είναι-η ζωή μετριέται με σφυγμούς,
η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες.
Μύλοι απάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους.
Η ζωή μετριέται με παλμούς,
πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας.
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη,
μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένη.
Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακιά.
Οι άνθρωποι μοιάζουν, παρομοιάζουνται με τις κραυγές των φάρων.
Φεύγουνε για να παν αλλού και βγαίνουνε στη θάλασσα.
Ποια θάλασσα να’ ναι αυτή που δε θυμάται τις λευκές στιγμές της
μα ξαναμασάει τα λόγια της.
Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο για να
στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν στον άνεμο για να’ ναι οι γλάροι.
Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιες να’ ναι αυτές.
Ποιος κόπος ήμερος,
ποια σπασμένη ενότητα,
ποιος θρήνος.
Ω! Χαρά τραυματισμένη,
μιας στιγμής χωρητικότητα που
κλονίζει αιώνες!»


9.«Λιγοστεύουν στα μάτια οι στέγες των πουλιών.
Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται.
Υπερήφανη κλαγγή μακριά του κόσμου.
Όπλο και σφρίγος.
Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού
Καθαρού πριν απ’ τη δίψα
Στο άπειρο.»


10. «Κύκνοι σαλεύουν τα πηγαία ονόματα της ώρας. Ώρες κεντούν τα χέρια μου στη χαραυγή Σαν τόξα που σκιρτούν σε κάθε διάβα χίμαιρας. Και παίζουν όπως παίζω. Και γλυστρούν Οι ελπίδες έρχονται.»


11. «Κατάστηθα στο ρεύμα
Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ’ άλλο κλίμα.
Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε.
Δεν είμαι σήμερα όπως χτες.
Οι ανεμοδείχτες μ’ έμαθαν να νιώθω.
Λιώνω τις νύχτες τις χαρές
γυρίζω απ’ την ανάποδη.
Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας
έναν περιστερεώνα.
Φεύγοντας απ’ την πίσω πόρτα τ’ ουρανού Χωρίς μιλιά στο βλέμμα. Καθώς παιδί που κρύβει ένα γαρίφαλλο Μεσ’ στα μαλλιά του.»


12. «Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή και
μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας αυτής που
ονειρεύεται γυμνό το σώμα της.
Έχει πολλούς ορίζοντες, πολλές πυξίδες, και
μια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και
τα πενήντα δυο χαρτιά της.
Ύστερα ξαναρχίζει με κάτι άλλο-με το χέρι σου,
που του δίνει μαργαριτάρια για
να βρει έναν πόθο,ένα νησίδιο ύπνου.
Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή
κι αγκάλιασε την πελώριαν άγκυρα που
ηγεμονεύει τους βυθούς.
Σε λίγο θα’ ναι στα σύννεφα.
Κι εσύ δε θα καταλαβαίνεις,
μα θα κλαις,
θα κλαις για να σε φιλήσω,
κι όταν πάω ν’ ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα,
ένα μικρό γαλανό φεγγίτη στη μέθη,
θα με δαγκάσεις.
Μικρή, ζηλιάρα της ψυχής μου σκιά,
γεννήτρα μιας μουσικής
κάτω απ’ το σεληνόφωτο.
Στάσου λιγάκι κοντά μου.»


13. «Εδώ-μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων,
ένιωσες για πρώτη φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις!
Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά σχίζαν τις παρθενιές των κόσμων σου.
Σ’ ένα σεντόνι απλωμένο έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τουςάσματα
κι από κάθε πτυχή της νύχτας ξεκινούσαν
τινάζοντας τα όνειρα τους μεσ’ στα νερά,
ταυτίζοντας την ύπαρξη τους με την ύπαρξη των αγκαλιών που πρόσμεναν.
Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους
αλλά στάθηκαν στη γλαυκή κώχη τ’ ουρανού και των ματιών σου τι γύρευαν;
Ποιο έναστρο αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;
Μήτε η λίμνη,
μήτε η ευαισθησία της,
μήτε το εύφλεκτο φάντασμα δυο συνεννοημένων χεριών
δεν αξιώθηκαν ποτέ ν’ αντιμετωπίσουν
ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.»


14. «Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουμε το αίθριο πρόσωπό σου.
Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της.
Ο κόσμος που θα μείνει χαραγμένος εκεί.
Ω! Τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μεσ’ στους φλοιούς των ελπίδων,
στους βλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μερας
-τα κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ’ομοίωμά τους
κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.»


15. «Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο.
Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείριστη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και τις θάλασσες.
Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέξεις και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα.
Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο.
Γι’ αυτό κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ, εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία.
Εγώ δε έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα!»


16. «Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί την άνεσή του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες από την άρμη της προσδοκίας στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος. Ορκισμένη χώρα!»


17. «Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν’ αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας.
Ακόμη θυμόμαστε τηναγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θα’ πρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, περισσότερη φωτιά, περισσότερον Έρωτα!»


18. «Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας
Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων.
Ω τι ωραία που είσαι!
Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα.
Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή.
Για να σ’ ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!»


19. «Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας-μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω στ’ αχνάρια του αγνώστου.Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ ‘τον ήλιο. Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός τρυφερού ταξιδιού μεσ’ στην αθανασία.»


20. «Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά –κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε.»


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s