«Ο φλώρος» ( επεισόδιο τρίτο)

«Άκου να δεις κούκλε μου, με τις γυναίκες δε θα ‘χεις πολλά πολλά στην ψιλή κουβέντα. Αυτά είναι για όσους δεν έχουν μεγάλο πουλί..»
– της Μαρίας Λυδίας Κυριακίδου


Ο ακουστικός τύπος

36E3104300000578-3724344-image-a-1_1470348988790.jpg
Ποιος να ξέρει άραγε γιατί έκοψε στ΄αλήθεια ο Βαν Γκονγκ τ’αυτί του…

Μου ‘λεγε πάντοτε ο θείος ο Χρόνης πως στις γυναίκες αρέσουν οι ακουστικοί τύποι.
«Εγώ προσωπικά, χέστηκα…», μου ‘λεγε ο θείος, βέβαια γιατί εκείνου δε του έκαναν «κούκου» κι οι γυναίκες. Τυχερός  πάντως και σε αυτό, ο θείος. Σε όλα του βασικά, αν εξαιρέσεις τη θεία Ευμορφία, τη μάνα του. Η γυναίκα, μιλάμε, απλά δ ε το ΄κλεινε το στόμα της.  Ό λ η μέρα. Σα κοπτοράπτης.

Γλίτωσε χρόνια από τη ζωή του, όταν το σκάσε για τον Αμαζόνιο (μαζί με τον Αρτέμιο) κι όχι μόνο γιατί δε την άκουγε πια, αλλά γιατί η θεία Ευμορφία είχε ορκίσει, λέει, να μη του ξαναμιλήσει. Και από κείνη τη μέρα τον μακαρίζουμε κι εμείς οι υπόλοιποι, καθώς η θεία Ευμορφία σταμάτησε να πολυμιλάει και σε μας.

Το ΄χε φέρει βαρέως που δε θα ‘βλεπε εγγόνια κι είχε καταπιεί τη γλώσσα της, όταν κατάφερε ο θείος να της το σκάσει κι όλο κι όλο καμιά φορά,  σε κανένα από τα τρισκατάρατα κυριακάτικα δείπνα, όταν άκουγες κανένα «Άλλο κακό να μη μας βρει» από το στόμα της, (θεωρητικά , ας πούμε συζητούσαν για τις ανατιμήσεις στο πετρέλαιο θέρμανσης) – ήξερες πως το «βαθύ κακό» της ήταν ο θείος Χρόνης.

Έζησε πολλά χρόνια ο θείος και να ΄ναι καλά, γιατί στις επιστολές του μου ‘δινε τις πιο απίθανες συμβουλές, άσε δε τις ιστορίες που διάβαζα για όσα περνούσε στις ζούγκλες του Αμαζονίου. Φωτογραφίες δεν έστελνε βέβαια, αλλά μου ‘λεγε πως σε αυτό ευθυνόταν το φλας της μηχανής του, που μπλόκαριζε συχνά από την υγρασία.

Μου γράφει σε ένα γράμμα ο θειος μου , λοιπόν: « Άκου να δεις κούκλε μου, με τις γυναίκες δε θα ‘χεις πολλά πολλά στην ψιλή κουβέντα. Αυτά είναι για όσους δεν έχουν μεγάλο πουλί. Το δικό σου κελαηδάει, μάνα μου. Ως και τα ανακόντα σε ακούν εσένα, μανάρι μου! Με τις γυναίκες λοιπόν, θα ‘σαι σένιος, λιγομίλητος, θα συμφωνείς συνέχεια κουνώντας το κεφάλι, θα κάνεις την κίνηση να πληρώνεις πού και πού  και κανένα απεριτίφ – άντε και ίσως καμιά φορά να αναφωνείς και κανένα φωνήεν όταν τις βλέπεις με καινούρια φορέματα. Αλλά, ως εκεί. Α! Και να ακούς. Πάντα να τις ακούς προσεκτικά…»

Είχα κανονίσει ραντεβουδάκι τετράδα με τον Πάρι και την Ηρώ. Θα ‘φερνε μια φίλη της από το Αγρίνιο η Ηρώ, που ξεκαλοκαίριαζε στους θειούς της στον Ωρωπό. Μου λέει ο Πάρις : «Είναι ωραίο το κοριτσάκι κι άβγαλτο.» Ωραία, λέω κι εγώ από μέσα μου και αρχίζω τα σενιαρίσματα και τα παρφουμαρίσματα από νωρίς, μπας και κελαηδήσει επιτέλους το πουλί μου, που ‘ταν σε αφωνία κάτι μήνες τώρα.

Ετοιμάζομαι κατά τις 7 παρά δέκα και κατηφορίζω την μικρή κατηφορίτσα που έβγαζε στην πλατεία Μεσολογγίου. Εκεί είχαμε δώσει ραντεβού. Θα κατεβαίναμε το άλσος περπατητό κι από κει για παγωτό.

Και σκάνε μύτη τα παιδιά. Και τη βλέπω. Και είναι όντως ένα κορίτσι, φίλοι μου, μπουκιά και συχώριο! Κοπήκαν τα γόνατα μου! Ψηλή, ξανθιά κι όσο μπορούσα να δω… με πλούσια τα ελέη!Άρχισα να μυρίζω τις μασχάλες μου, μπας και αρχίσαν τίποτα ιδρώματα και ρεζιλευτώ. Δόντια να ‘χα πλύνει; Ξαφνικά είχα μπλοκάρει. Δε θυμόμουν καλά καλά ακόμη κι αν φορούσα βρακί. Τελικά όλα στη θέση τους. Ήμουν ετοιμοπόλεμος.

–  Καλησπέρα!, μου λέει η Ηρώ. Από δω η φίλη μου η Παναγιώτα.
Καλησπέρα, καλησπέρα!, λέω κι εγώ όλος ενθουσιασμό, προσπαθώντας να βρω πώς είναι καλύτερα να δώσω το χέρι μου.
Και φυσικά, πολύ είχε κρατήσει το θάμα. Σε μία κίνηση της Παναγιώτας να με κοντέψει δίνοντας μου εκείνη το χέρι της , μια κίνηση που δεν είχα προλάβει να υπολογίσω και σηκώνοντας κι εγώ το δικό μου να βρω το δικό της, να ᾽σου και προσγειώνομαι στα απαλά της «έμπροσθεν».

Το κοριτσόπουλο είχε αναψοκοκκινίσει. Εγώ, δε χρειάζεται να σας πω, μαθημένος στην ηλιθιότητα όπως ήμουν, το ᾽χα πάρει ήδη απόφασει πως μουγγό θα ᾽μενε το πουλάκι μου κι ας έλεγε ο θείος Χρόνης πως τάχα μ ᾽άκουγε ως τον Αμαζόνιο (πάντως τα «έμπροσθεν» άξιζαν τον κόπο)
– Πω, πω! Συγγνώμη! Δε φανταζόμουν πως θα κάναμε την ίδια κίνηση και θα τρακάραμε.. της λέω εγώ, προσπαθώντας όλο και περισσότερο να μιλάω από μέσα μου, κοιτώντας το έδαφος..
– Δε σ’άξα;; , μου λέει εκείνη δυνατά και γυρνάει στη φίλη της και κάτι σιγομουρμουρίζουν.
– Τι λέει, ρε Πάρη; κλοτσάω τον φίλο μου κι εγώ από πίσω, μες στην αναμπουμπούλα, μπας και  πάρει μπρος να σώσει την κατάσταση.
– Δε ξέρω ρε συ, μου λέει. Ίσως η κοπέλα να μιλάει γαλλικά. Μου ᾽πε η Ηρώ πως είναι από μορφωμένη οικογένεια, με μεγάλη προίκα, μάλιστα! Βέβαια! Γαλλικά μιλάει.
– Παίζει και πιάνο, ρε Πάρη;
συνεχίζω εγώ με θαυμασμό.
 Ε, ρὠτα να μάθουμε ρε Μένιο, τι σε ᾽φερα εδώ , ρε μαλάκα, δηλαδή;
– Δίκιο έχεις, ρε. Ντάξει. Θα τη ρωτήσω.

Σιγά μη δίσταζα! Βέβαια, θα ᾽μενα λιγομίλητος το περισσότερο. Αυτό το θυμόμουν ακόμη.
Έπρεπε να φανώ μια μέρα αντάξιος της οικογένειας κι εγώ. Γιατί εκτός από τον θείο τον Χρόνη, που ήξερε πολλά, ο πατέρας μου είχε κι άλλον έναν αδελφό. Το θείο τον Μίλτο. Ο θείος ο Μίλτος ήταν εκείνος που σε κάθε ευκαιρία με ρωτούσε «Την απιδώσαμε την αχλαδιά.. Με νά κη;» Βλέπετε, εκείνος την είχε απινιδώσει ήδη την απιδιά από τα 13.  Με εκνεύριζε ο θείος Μίλτος, γιατί μου θύμιζε όσα ήθελα να ξεχάσω. Άσε που εξαιτίας του, δεν ακουμπούσα τα αχλάδια. Τα κανονικά. Του δέντρου, ντε. Για μας ήταν ο θείος Μίλτος. Για τους υπόλοιπους, όμως ήταν ο «θρυλικός Μίλτος με το κίτρινο τζοκάκι». Έτσι τον φώναζαν τα κορίτσα…

(συνεχίζεται…)


Διαβάστε τα προηγούμενα επεισόδια του «Φλώρου» εδώ:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.