«Η πολυθρόνα»

“Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι η πολυθρόνα φαινόταν μία χαρά- σαν καινούργια- και ότι θα ήταν κρίμα να την αφήσω να την φάει η βροχή.”
– γράφει ο Γιάννης Τζαβέλλας

25_5_2016__soft_againts_the_wall_by_suensyan-da5p1yg.jpg

Κάποτε στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου στο ύψος της πλατείας Βικτωρίας, καθώς περπατούσα στο πεζοδρόμιο, γεμάτος νεανικό σφρίγος και όνειρα για τη ζωή, συνάντησα μία πολυθρόνα.

Στην αρχή υπέθεσα ότι μετακομίζουν από την πολυκατοικία που ήταν ακριβώς από πάνω και απλά την είχαν αφήσει για λίγο εκεί. Κοίταξα γύρω μου. Κανείς. Ήταν μεσημέρι Κυριακής. Ένα κρύο Αθηναϊκό μεσημεράκι με συννεφιά και ήταν έτοιμο να βρέξει.

Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι η πολυθρόνα φαινόταν μία χαρά- σαν καινούργια- και ότι θα ήταν κρίμα να την αφήσω να την φάει η βροχή. Άσε που αν περνούσε κάποιος και του άρεσε θα την έπαιρνε το δίχως άλλο. Θα ήταν σαν να του τη χάριζα. Στάθηκα κάμποση ώρα δίπλα της μπας και εμφανιστεί κανείς, αλλά τίποτα.

Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, κάθισα πάνω της και άρχισα να την επεξεργάζομαι και να τη δοκιμάζω. Με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο, έβγαλα την ταμπακιέρα να ανάψω ένα τσιγάρο. Ήταν θυμάμαι, ένα από τα ωραιότερα τσιγάρα που ‘χω καπνίσει!

Τα αυτοκίνητα περνούσαν ξυστά δίπλα μου με μεγάλη ταχύτητα και κανείς δεν γυρνούσε να με κοιτάξει. Ένα πιτσιρίκι σ’ ένα μπαλκόνι μονάχα, γελούσε και φυσούσε σαπουνόφουσκες. Τα μπράτσα της πολυθρόνας ήταν λίγο μαυρισμένα και η γέμιση από αφρολέξ κάπως πατικωμένη. Αλλά οκέι, όλα αυτά διορθώνονται, σκέφτηκα. Αυτό που σίγουρα τραβούσε το βλέμμα σου, ήταν οι χρυσοκέντητοι ρόμβοι στα μπράτσα της. Ένας αριστερά, ένας δεξιά.

Προτού το τσιγάρο φτάσει στη μέση το είχα ήδη πετάξει και σβήσει. Σηκώθηκα όρθιος και με μία απότομη κίνηση, έφερα την πολυθρόνα ανάποδα στο κεφάλι, με τα δύο μου χέρια να την βαστούν απ’ τα μπράτσα της αριστερά- δεξιά. Με μία-δυο στάσεις έφτασα σπίτι. Έμενα κοντά.

Στο δυαράκι που είχα νοικιάσει ως φοιτητής χώρεσε κουτί μπροστά στην 14άρα τηλεόραση που βρισκόταν στο σαλόνι. Πήρα μία φανέλα και την έδειρα να φύγει η σκόνη. Με ένα σφουγγάρι πέρασα τα ξύλινα μέρη της. Δεν ήθελε και πολλά. Όμως: Είχα μια αίσθηση ότι κάτι ανέβλυζε, κάτι σαν άρωμα, γυναικείο άρωμα. Την καταευχαριστήθηκα! Έμεινα όλο το βράδυ εκεί χαζεύοντας στην τηλεόραση. Παρήγγειλα κι έφαγα. Ήταν απίστευτα άνετη και φιλόξενη.

Τέσσερα χρόνια αργότερα.

Μερικά τετράγωνα από την πλατεία Βικτωρίας γίνεται «λαϊκή». Είναι Τρίτη. Οι έμποροι μαναβικών, είδη προικός και φυτών έχουν απλώσει τους πάγκους αριστερά- δεξιά στο στενάκι Κεφαλληνίας και 3ης Σεπτεμβρίου. Το αδιαχώρητο. Μετά βίας περνάει το πλήθος από τον στενό διάδρομο που έχει απομείνει. Ο διαπεραστικός τόνος της φωνής των εμπόρων καλύπτει τη βοή του κέντρου αλλά και κάθε άλλο ήχο, συνομιλία, ψίθυρο.

Μια ηλικιωμένη κυρία με προβλήματα υγείας και μνήμης, κουβαλώντας ψώνια στα χέρια, καταφέρνει να περπατήσει και να ξεχωρίσει από το πυκνό πλήθος. Είναι ντυμένη πρόχειρα. Τα ρούχα της βγάζουν λύπη. Πυκνά λευκά μαλλιά, γυαλιά με μαύρο σκελετό. Περπατάει σκυφτή.Στο δεντράκι του πεζοδρομίου βρίσκει και απλώνει το χέρι της να στηριχτεί.

armchair_by_greencash.jpg

Δίπλα, αφημένη μια παλιά μισοσκισμένη και καμένη από τσιγάρα και στάχτες πολυθρόνα. Τοποθετεί τις τσάντες χάμω και κάθεται να πάρει μια ανάσα. Κάθεται και αφήνεται. Αφήνεται στην πλούσια αγκαλιά της δερμάτινης πολυθρόνας. Δείχνει να το απολαμβάνει. Και το σώμα της. Και το σώμα της ολόκληρο αρχίζει κι αυτό να νιώθει άνετα και να το απολαμβάνει. Θυμάται. Κάθε τετραγωνικό εκατοστό της επιδερμίδας της ταξιδεύει στο παρελθόν και αναμοχλεύει μνήμες. Ακουμπάει την πλάτη πίσω και στηρίζει τα λευκά απαλά της χέρια στα μπράτσα. Με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού γαργαλάει το χρυσοκέντητο ρόμβο στην ταπετσαρία της πολυθρόνας. Κυκλικά. Όπως τότε. Γιατί είναι δική της. Είναι η δική της πολυθρόνα! Μία σχέση παλιά έχει ήδη αναβιώσει. Σχέση παλιά αλλά και καινούργια, γιατί κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Ο παντοπώλης της γειτονιάς που μου τα διηγήθηκε, εντυπωσιάστηκε γιατί τη γνώριζε πολλά χρόνια. Δε συνήθιζε να συλλέγει αντικείμενα από το δρόμο. Η ίδια του ζήτησε να την βοηθήσει να βρει ένα ταξί και να φορτώσουν την πολυθρόνα στο πορτμπαγκάζ.

« Μου έμεινε αυτή η εικόνα», είπε.
« Να τη βλέπω να κάθεται στο κάθισμα του συνοδηγού, τα λευκά της μαλλιά να ανεμίζουν θριαμβευτικά, και την πολυθρόνα να ισορροπεί  όπως- όπως στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου».

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.