“Κατά συρροήν αυτόχειρ”

 

“Με κράτησαν νομίζω ως τα ξημερώματα. Δεν ηύραν άκρη. Βάλαν τη νέα ετούτη υπόθεση στο αρχείο τους, στις «ανεξιχνιάστων αιτιών αυτοκτονίες παρελθόντος χρόνου»..” – από τον Άγγελο Ήβο

932f0d793721d23c53168019d987cd7c.jpg
Προ διετίας και εντελώς απρόσμενα, ένα παλιό μου και τυχαίο φαινομενικώς εικοσιτετράωρο απαγχονίστηκε. Μου έδωσαν μάλιστα κι ένα χαρτί επίσημο με υπογραφή του ιατροδικαστού ότι επρόκειτο για την εβδόμη Απριλίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα οκτώ. Δεν έδωκα κάποια ιδιαιτέρα σημασία στο συμβάν. Μίαν αμηχανία ένιωσα οπωσδήποτε, όσο να πεις. Είχα και τες δουλειές μου, τες αγωνίες μου δια το μέλλον.
Τα φίδια μ’ έζωσαν ένα εξάμηνο μετά, όταν και με εκάλεσαν εκ νέου στο νεκροτομείο. Είχανε βρει, σε ένα ρέμα εδώ κοντά, ακόμα ένα εικοσιτετράωρο μου, πολύ αλλοιωμένο από την προχωρημένη σήψη. Ήταν αδύνατο να τους βοηθήσω για την αναγνώριση. Με επιφύλαξη αποφάσισαν ότι το πτώμα ήταν η τριακοστή Ιανουαρίου του οκτώ. Απέκλεισαν την πιθανότητα δολοφονίας και ατυχήματος, καθώς εις τον αριστερό καρπό υπήρχαν έντονα σημάδια από ξυράφι. Με ρώτησαν μην τότε είχα οικονομικά προβλήματα, καμιάν κατάθλιψη βαριά, καμιάν ασθένεια άσχημη ή και καμία πίκρα ερωτική μεγάλη. Δεν ήξευρα να πω, δεν εθυμόμουν τέτοια…
Ανήμερα πέρυσι Λαμπρής, ήρθαν ξανά, με βάλαν σε μια κούρσα και με πήγαν στο νεκροτομείο. Ετούτη τη φορά δεν ήτανε μαζί μου γλυκομίλητοι και με κοιτούσανε όπως κοιτούν υπόπτους στη δουλειά τους. Ήταν μαζί τους κι ο ανακριτής, τέσσερις-πέντε αστυνόμοι και μια προϊσταμένη νοσοκόμος. Με οδήγησαν, σχεδόν με έσπρωξαν, σ’ ένα δωμάτιο και με ερώτησαν τι είχα να τους πω: εμπρός μου επί των πάγκων, βρισκόταν όλα τα μερόνυχτα του Αυγούστου του δύο χιλιάδες έντεκα, μ’ ένα σεντόνι σκεπασμένα. Καθένα τους είχε μια μαυροκόκκινη μεγάλη τρύπα στο δεξιό τον κρόταφο.
Με κράτησαν νομίζω ως τα ξημερώματα. Δεν ηύραν άκρη. Βάλαν τη νέα ετούτη υπόθεση στο αρχείο τους, στις «ανεξιχνιάστων αιτιών αυτοκτονίες παρελθόντος χρόνου». Με είπαν βέβαια ότι θα με φρουρούν, ότι θα με έχουν υπό επιτήρηση στο μέλλον. Κι ότι θα ήτανε εκ μέρους μου σοφό να βρω ένα καλό γραφείο δικηγόρων.
Ένας απ’ τους ενστόλους, νομίζω ο διοικητής τους, με πήρεν παράμερα λιγάκι και μου είπεν ψιθυριστά σε τόνο φιλικό, μάλλον σαν να με συμπονούσε, ότι θα έπρεπε να λογικευτώ το γρηγορότερο, γιατί έτσι όπως επηγαίνω, θα βρεθώ δίχως καθόλου παρελθόν. Κι ότι δεν ήταν το καλύτερο σε τελευταία ανάλυση να φορτωθώ με κατηγόριες πως αυτουργούσα ηθικά για κατά συρροήν αυτοκτονίες.
Εφτάσαμε στα φετινά. Με ειδοποίησαν ξανά πως είχε ξεβραστεί ένα γυμνό κορμί, σε μιαν μικρή αμμούδα στο Ιόνιο. Ήμουν, μου είπαν, πάλι εγώ. Το DNA δεν μπορούσε να λαθέψει. Και μάλιστα πιστοποιήθηκε στο εργαστήριο ότι ο θάνατος προήλθε από εκούσιο πνιγμό χτες ή προχτές, Φεβρουαρίου 15 ή 14.

 

Μόνο που το μυστήριο μεγάλωνε γιατί είχα χαρακτηριστικά μιας γυναικός εξόχως περιποιημένης. Αυτή η άγνωστη, που λέγαν ότι ήμουνα εγώ πριν λίγες μέρες, είχε κατά πως φαίνονταν ξοδέψει την προηγούμενη βραδιά της σε καλλωπισμό. Είχε αλειφτεί με έλαια λωτού, είχε αφαιρέσει κάθε τρίχα από την κοιλιά, απ’ τους μηρούς και τις μασχάλες της, είχεν ακόμα βάψει τα μάτια της με μπλε του κοβαλτίου. Δεν βρήκαν ούτε σπέρματα στον κόλπο της, ούτε αμυχές. Ήταν ωραία αλλά ακίνητη.
Δίχως στοιχεία επαρκή με πήραν δέσμιο στο κρατητήριο. Επέμενε γι αυτό εκείνος ο αστυνόμος. Είχεν διατάξει, παράτυπα φαντάζομαι, να παραμείνω έγκλειστος ώσπου να γίνει η συγκομιδή των φιστικιών Αιγίνης. Για κάποιον λόγο επίστευε ότι εζήλευα το μωβ εκείνων των καρπών κι ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσα ναν τους μιμηθώ χρωματικά, πως θα κρεμιόμουν από τη φιστικιά ώσπου να μελανιάσω και ατός μου.
Τι ανοησία, τι γραφειοκρατική εμμονή, αν και καλοπροαίρετη…
Και πώς να κρεμαστώ έτσι ελαφρύς που είχα γίνει από τις παρελθούσες μέρες; Και με τι βάρος να τεντώσει το σκοινί για να μου σπάσει το λαιμό; Πώς γίνεται να απαγχονιστεί αερόστατο;
Αν ήθελα, ήξερα άλλους τρόπους: ν’ ανοίξω μία τρύπα στο μυαλό μου, πολύ μικρή, σχεδόν αόρατη, και από κει να χάνω αέριο, μέχρι που ν’ απομείνω άδεια υφάσματα. Ή να πετάξω νύχτα απ’ το παράθυρο και ν αφεθώ να χάνω ύψος πάνω από τίποτα αγκάθια ή σύρματα και να σέρνομαι απ’ τον αέρα στη γη, ξεφουσκωμένος οικτρά.
Μόλις εχτές εδέησαν να με ακούσουν. Φώναξαν να με δει μία κοπέλα που ειδικευόταν στην επιλόχεια κατάθλιψη, μιάν ψυχολόγο όπως με είπαν. Εκείνη ζήτησε αμέσως να της αναφέρω αν άκουγα φωνές, αν έβλεπα οράματα, αν είχα έστω μια φορά σκεφτεί να πέσω από μπαλκόνι… τέτοια συνηθισμένα. Επέμενε πως ήμουνα γυναίκα και ρώτησε αν θα με πείραζε να γυμνωθώ ένα λεπτό για να κοιτάξει αν είχα τίποτα περίεργες πληγές κοντά στο αιδοίο μου, αν το τραυμάτισα μετά τον τοκετό.
Ξέρω ότι πικράθηκε σαν είδε πράγματα μονάχα των αρσενικών. Ήταν, μπορώ να πω με βεβαιότητα, εξαίρετη, πανέξυπνη επιστήμων. Δεν φανταζόταν όμως ούτε αυτή πως είχα το μικρό αιδοίο μου ανάμεσα στις ωμοπλάτες, εκεί, στη ρίζα του αυχένα.
Σ ένα σημείωμα της έγραψα, δίχως καμιάν απολύτως εξήγηση, τα τελευταία λόγια του Takijiro Onishi, εκείνου που είχε εμπνευστεί τις επιθέσεις των καμικάζι:

“Today in flower, tomorrow scattered by the wind — Such is our blossom life. How can we think its fragrance lasts for ever?”

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s