“Ο φλώρος” (επεισόδιο δεύτερο)

“Μερικές φορές κοιτάζω τον σκύλο μου και νομίζω πως είναι εκείνος που με διάλεξε για κατοικίδιο.” – από την  Μαρία Λυδία Κυριακίδου

Οι Ολυμπιακοί αγώνες

rio-doping-olympics-cartion.png

Μερικές φορές κοιτάζω τον σκύλο μου και νομίζω πως είναι εκείνος που με διάλεξε για κατοικίδιο.
Σα να με λυπήθηκε εξαιτίας της απροσμέτρητης ηλιθιότητας μου και σκέφτηκε πως θα ‘ταν καλό να μου κρατά παρέα, όταν το συχνότερο δεν έχω κανέναν άλλον δίπλα μου.
Με αυτή τη σκέψη, δεν ήταν λίγες οι φορές που άνοιξα μακροσκελείς κουβέντες με τον σκύλο μου, ξέρεις από εκείνες που ο σκύλος συμμετέχει ενεργά στην κουβέντα, κοιτώντας σε όποτε χρειαστεί με το βλέμμα του “ είσαι πιο ηλίθιος από όσο νόμιζα” κι άλλες φορές αναστενάζοντας μερικά “μουφ” παραπάνω, προσπαθώντας μάλλον να μου πει πως αν είναι να συνεχίζω να του λέω μαλακίες για περισσότερο από όσο συμφώνησε, μάλλον θα πρέπει να κεράσω κανένα μπισκοτάκι στο έξτρα.

Είναι πραγματικά απίθανo αλλά αυτό το μικρό, χαριτωμένο κοπρόσκυλο που βρήκα παρατημένο πριν μερικά χρόνια στην άκρη ενός χορταριασμένου δρόμου σε ένα χωριό που κάποτε βρέθηκα ταξιδεύοντας, με διάλεξε. Αλήθεια λέω. Δεν υπήρχε περίπτωση να το δει κανένας άλλος εκεί που ήταν παρατημένο. Μερικές μόνο ημέρες ζωής μετρούσε κι ήταν εγκλωβισμένο γύρω από πυκνή βλάστηση, καταδικασμένο να πνιγεί μετά από τη σίγουρη κατρακύλα, που το περίμενε, στα νερά του ποταμού που βρισκόταν λίγο πιο κει από την καταβρεγμένη κούτα του.
Ο μικρός αυτός κόπρος, λοιπόν, με διάλεξε σίγουρα και μάλλον ήταν κάτι παραπάνω από γραφτό να μου διδάξει, καταρχήν το πώς να μη κατρακυλά κανείς στα νερά ενός ποταμού ειδικά όταν όλοι βασίζονται σε αυτό.

Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, είχα ξεφύγει της παρέας των κολλεγιόπαιδων, με την δικαιολογία πως θέλω να περπατήσω λίγο. Η αλήθεια ήταν άλλη, βέβαια. Ήθελα να καπνίσω λίγο από το καλοθρεμμένο μπάφο που είχα προμηθευτεί από έναν τύπο που παρακάλαγα καιρό να μου δώσει, αλλά που εκείνος αρνούνταν, λέγοντας μου πως “δεν είναι για φλώρους αυτά τα πράγματα.”

Τελικά μου το ‘δώσε όμως, γιατί το πλήρωσα ακριβότερα όπως είπε, αλλά και γιατί κάπου μέσα του πιθανόν να σκέφτηκε πως δε θα πάθουν και μεγάλη ζημιά “αυτά τα πράγματα” αν πέσουν στα χέρια και κανενός φλώρου καμιά φορά, ειδικά αν τα έχει χρυσοπληρώσει.

Ήταν λίγο πριν ψαχτώ για να καβατζωθώ και να την ανάψω, που βρήκα τον εν λόγω κόπρο. Με κοίταζε με κάτι μάτια μισόκλειστα, ίσα που περπάταγε το σκατιάρικο. Σε λίγο είχα ήδη πιάσει κουβέντα μαζί του. Και όσο ανέπνεα τον καπνό μου φαινόταν πως ο μικρός ψήλωνε. Επίσης και  ότι μιλούσαμε στα πορτογαλικά.

 

Γύρισα.. κατουρημένος μετά από ..(πρέπει να ‘ταν 3.5 ώρες μετά), μαζί με τον κόπρο και χωρίς να νιώθω τα σαγόνια μου. Κι όταν λέω κατουρημένος, το εννοώ και κυριολεκτικά.

Ήταν φοβερό το πώς με υποδέχτηκαν τα καλό κολλεγιόπαιδα πετώντας πάνω μου διάφορα κι αποκαλώντας με  διάφορα ονόματα με πρώτα συνθετικά το” -ούρα” , “-λάσπη”, -” σάπιο” και άλλα τέτοια όμορφα που δε θυμάμαι και τόσο καλά.

Όσο όμως κι αν σας φαίνεται απίθανο δεν ήταν αυτή η μέρα, για την οποία πριν λίγο σας είπα πως ήμουν απελπιστικά απελπισμένος. Βέβαια, ήταν αδιαμφισβήτητα κι αυτή η μέρα άξια συναγωνισμού σε επίπεδο απελπισίας, αλλά όχι.

Πάμε τώρα να πιάσουμε σύνδεση με τα προηγούμενα.

Μια φορά λοιπόν, που ‘ταν φορά κανονική με φόρα που κουβάλαγε αρνητικό πρόσημο, ήμουν απελπισμένος. Όχι όπως εκείνη τη φορά με την Ελίνα Καραχάλια, αλλά πολύ, πολύ, πολύ χειρότερα. Κι όχι, δεν είχε να κάνει με γκομενικά αυτή τη φορά. Και η αλήθεια είναι πως αυτό που θα διηγηθώ έχει συμβεί χρόνια νωρίτερα.
Ναι. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από κείνη τη διαολεμένη μέρα, μα είναι σα να ‘γινε χτες.

Δε ξέρω αν το ‘χω αναφέρει, αλλά από μικρός ήθελα πολύ να γίνω πρωταθλητής στους Ολυμπιακούς αγώνες. Όλα ξεκίνησαν από ένα βιβλίο που ήταν και δώρο από τη νονά μου, κάτι σχετικό με ένα επίσημο άλμπουμ των Ολυμπιακών αγώνων. ‘Ημουν 7 χρονών τότε και ακόμα θυμάμαι τα γουρλωμένα μάτια μου απέναντι σε όλα αυτά τα θαυμαστά και απίθανα πράγματα που έβλεπα να καταφέρνουν κάποιοι άνθρωποι.

Ώρες ατελείωτες προσπαθούσα να τους παρατηρήσω προσεκτικά, πρόσωπο, σώμα, βλέμμα, γιατί ήμουν βέβαιος πως ήταν ασυνήθιστα ανθρώπινοι, μάλλον περισσότερο κοντινά στο εξω-ανθρώπινοι. Υπεράνθρωποι. Κι ήθελα κι εγώ να γίνω ένας τέτοιος.

Ξεκίνησα λοιπόν να στήνω αυτοσχέδιες πίστες και στίβους προπονήσεων στην πισινή αυλή του σπιτιού μας. Τα πήγαινα εξαιρετικά από όσο μπορώ να θυμάμαι κι αυτό ήταν κάτι που δεν έλεγα εγώ. Το έλεγε η μαμά και αφού το ΄λεγε η μαμά ήταν αλήθεια.

Μπορεί να έσπασα τη κεντρική τζαμαρία του σαλονιού με το ακόντιο από κλαδί που είχα φτιάξει (μόνος μου παρακαλώ), ή να ‘χα φάει αρκετές φορές τα μούτρα μου στο τσιμέντο, πηδώντας εμπόδια του μισού μέτρου, όμως τίποτα δε φαινόταν ικανό να με σταματήσει.
Αυτό βέβαια, μέχρι την καταραμένη μέρα που κάτι όντως με σταμάτησε.
Ήταν η μέρα που δοκιμαζόμουν στο άλμα επί κοντώ.
Για να το πετύχω αυτό, είχα αγοράσει αυτή τη φορά το ειδικό κοντάρι, ένα ειδικό φουσκωτό στρώμα για να πέφτω στα μαλακά, ενώ είχα ψήσει τον θείο Χριστόφορο να μου στήσει και έναν σχετικό οριζόντιο πήχη – εντάξει αυτός ήταν αυτοσχέδιος, κατασκευή του θείου Φόρη από τις καλές. Για στολή, φορούσα ένα τι σερτ με τον Σπορτ Μπίλι και ένα κολλητό σορτς που φιλοξενούσε το διακριτικό σήμα των Θάντερκατς- ειδική παραγγελία, έτσι γιατί ήμασταν φραγκάτοι και μπορούσα.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρω πως η πισινή αυλή του σπιτιού μας συνόρευε με την πισινή αυλή του πιο κακού παιδιού στο Δημοτικό τότε, του “ Ζόρικου Μάκη”, ένα παρατσούκλι που είχε πάρει για το θάρρος που είχε να μη διαβάζει ποτέ ορθογραφία αλλά και να έρχεται χωρίς μολύβια στο σχολείο, γεγονός που ποτέ δε του ήταν πρόβλημα, αφού όλοι σκοτώνονταν για το ποιος θα του πρωτοχαρίσει το δικό του.

Δε ξέρω αν στο σημείο αυτό χρειάζεται να ενώσω τις κουκίδες για να σας περιγράψω τι ήταν αυτό που συνέβη εκείνη την ηλιόλουστη Κυριακή,  που ανάθεμα την ώρα αποφάσισα να δοκιμάσω τις επιδόσεις μου στο άλμα επί κοντώ.

Το μόνο που θα προσθέσω, κι εκείνο γιατί χρειάζεται δηλαδή μιας που δύσκολα θα το φανταστείτε, είναι πως αφού πέρασα στο υπνοδωμάτιο του Μάκη κατευθείαν μέσα από το παράθυρο, το τζάμι έσκισε το σορτς μου και όταν, κοκαλωμένος, ο Μάκης με κοίταξε, ήμουν ήδη με το βρακί απέξω – το αγαπημένο μου βρακί με τα δεινοσαυράκια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Εγώ από θαύμα δεν έπαθα ούτε γρατσουνιά.

Χρυσό τον έκανα τον Μάκη για να μη μιλήσει γι΄αυτό σε κανέναν στο σχολείο- αφού βέβαια πληρώσαμε όλες τις ζημιές και του χάρισα για λόγους ψυχικής οδύνης όσα από τα πλέημομπιλ μου του είχαν γυαλίσει. Χρυσό, σου λέω, τον έκανα τον Μα(λα)κη να μη μιλήσει.
Μάταιος κόπος.

Δεν έχετε ιδέα πόσο σκληρά μπορεί να είναι τα 7χρονα. Την επόμενη κιόλας μέρα, δεν ήμουν απλά ένα φρικιό που πίστευε πως θα γίνει Ολυμπιονίκης, αλλά ήμουν το φρικιό του Β2 που πίστευε πως θα γίνει Ολυμπιονίκης και φορούσε βρακί με δεινοσαυράκια…

(συνεχίζεται..)


Διαβάστε το πρώτο επεισόδιο του Φλώρου εδώ

 

One thought on ““Ο φλώρος” (επεισόδιο δεύτερο)

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s