«Η πορεία προς τον Γολγοθά»

 

«Το σαλόνι ήταν γεμάτο ξύλινες αντίκες και πίνακες ζωγραφικής. Ένας από αυτούς ήταν τόσο μεγάλος που έπιανε τον μισό από τον ένα τοίχο του.» 
– από την Ερμιόνη Κοσκινά

Pieter_Bruegel_d._Ä._007Αναμφίβολα το να ζει κανείς στην Κέρκυρα έχει ένα εξαιρετικό προνόμιο: το Πάσχα. Πουθενά αλλού δεν μπορείς να γιορτάσεις και να βιώσεις σε όλο της το μεγαλείο την μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας.

Βέβαια το να συλλάβεις την βαθύτερη ουσία της πορείας του Ιησού προς την σταύρωση και τελικά την Ανάσταση, κατά την δική μου ταπεινή γνώμη βρίσκεται αρκετά μακριά από την εκκλησία, την πλημμυρισμένη από κόσμο Σπιανάδα και τους κόκκινους μπότηδες που πέφτουν.

Εκείνο το Πάσχα όπως και κάθε χρόνο κατέβηκα στην πιάτσα του χωριού να συναντήσω τα υπόλοιπα παιδιά για να ξεκινήσουν τα κάλαντα. Η ατμόσφαιρα ήταν πάντα γιορτινή, τα πειράγματα μεταξύ μας και τα γέλια ήταν πολλά και όλο το χωριό αυτές τις μέρες βρισκόταν σε κλίμα εξαιρετικά εύθυμο.

Όμως λίγο πιο έξω από το χωριό στο μοναχικό αρχοντικό της, η κυρία Ν. δεν άκουγε τα κάλαντα μήτε Χριστούγεννα μήτε Πάσχα ούτε φαινόταν να συμμερίζεται αυτήν την γιορτινή διάθεση που επικρατούσε.

Κανένας από εμάς δεν πλησίαζε το κάπως εξορισμένο από το χωριό σπίτι. Οι μισοί έλεγαν πως η κυρία Ν. είναι μάγισσα γιατί κανείς δεν την είχε δει ποτέ να πηγαίνει στην εκκλησία, άλλοι έλεγαν ότι το αρχοντικό είναι στοιχειωμένο και άλλοι την θεωρούσαν τρελή ή στην καλύτερη περίπτωση τρομακτική. Ελάχιστες φορές ερχόταν μέσα στο χωριό κυρίως για να προμηθευτεί τα απαραίτητα και η επικοινωνία της με τον υπόλοιπο κόσμο περιοριζόταν στα εντελώς τυπικά.

Για λόγους φιλευσπλαχνίας αλλά κυρίως εξαιτίας της φιλοπερίεργης φύσης μου αποφάσισα ότι τέλος πάντων κάποιος πρέπει να πει σε αυτήν την γυναίκα τα κάλαντα. Έτσι όταν η παρέα σκόρπισε και όλοι πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους, εγώ πήρα τον δρόμο για το αρχοντικό της κυρίας Ν.

Στο μεταξύ ο ήλιος είχε ήδη ξεκινήσει να κατηφορίζει προς τη Δύση και μαζί έκλεβε λίγο απ’ το θάρρος μου. Μέχρι να φτάσω οι ιστορίες των υπολοίπων και το γεγονός ότι θα έβγαινα από την ζώνη ασφαλείας της μικρής Επίσκεψης με έκαναν να γυρίσω πολλές φορές πέντε ή δέκα βήματα πίσω, αλλά ο ευγενής σκοπός μου έμελλε να εκπληρωθεί έχοντας μάλιστα απροσδόκητη κατάληξη.

Όταν έφτασα στο μικρό πορτόνι, οι τελευταίες αχτίδες που κατάφεραν να περάσουν ανάμεσα από τα κλαδιά των ελαιόδεντρων έπεφταν εδώ κι εκεί στα παράθυρα και στους γκρίζους παλαιούς τοίχους δίνοντας στο κτίριο μια γαλήνια όψη.

Ο σκουριασμένος σύρτης έσκισε την νεκρική σιωπή που επικρατούσε και ανάγκασε την κυρία Ν. να βγει έξω. Στάθηκε στην πόρτα και με κοιτούσε ανέκφραστη.Ήταν ψηλή και πολύ αδύνατη γυναίκα, γύρω στα 70 αλλά η μορφή της δεν μου προξένησε κανέναν τρόμο. «Με συγχωρείτε αν σας ανησύχησα, ήρθα να σας πω τα κάλαντα… Θέλετε;» είπα. «Αλήθεια; Φυσικά θέλω!» είπε με εμφανή έκπληξη.
Πλησίασα κάπως διστακτικά και ξεκίνησα να λέω τα κάλαντα. Μόλις τελείωσα με προσκάλεσε μέσα να με κεράσει. Το αρχοντικό είχε μια απαλή μυρωδιά κανέλας. Το εσωτερικό του, με εξαιρετική αισθητική σε έκανε να νιώθεις ότι ταξιδεύεις σε παλαιότερες εποχές. Η κυρία Ν. με οδήγησε σε ένα μεγάλο σαλόνι και με κάθισε σε μια μεγάλη πράσινη πολυθρόνα.

Το σαλόνι ήταν γεμάτο ξύλινες αντίκες και πίνακες ζωγραφικής. Ένας από αυτούς ήταν τόσο μεγάλος που έπιανε τον μισό από τον ένα τοίχο του. Τον παρατηρούσα με μεγάλο ενδιαφέρον μέχρι που η κυρία Ν. ήρθε και γέμισε το τραπεζάκι μπροστά μου με ένα σωρό λιχουδιές και με παρότρυνε να φάω όσο θέλω.

Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πόσο μόνη της θα νιώθει και την κοίταξα με ένα βλέμμα που μάλλον πρόδωσε τις σκέψεις μου. «Ναι παιδί μου, είναι πολύ μοναχικά εδώ πέρα… είπε και μια πίκρα σχηματίστηκε πίσω από τις ρυτίδες του προσώπου της. Αλήθεια πως σε λένε; Ποιανού είσαι;»

Αφού της έδωσα όλες τις σχετικές πληροφορίες αποφάσισα να την ρωτήσω για εκείνο τον εκπληκτικό πίνακα που όσο κι αν τον κοιτούσα δεν μπορούσα να συλλάβω το νόημα του.
«Α αυτός; Είναι «Ο Δρόμος προς τον Γολγοθά» του Μπρέγκελ,» αντίγραφο φυσικά αποκρίθηκε. «Και ο Χριστός που είναι;» την ρώτησα ξαφνιασμένη.

Σηκώθηκε και μου έδειξε μια φιγούρα στο κέντρο του πίνακα που κουβαλούσε τωόντι έναν σταυρό αλλά που ανάμεσα στις πολυάριθμες μορφές του πίνακα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να την προσέξει κανείς. «Και όλοι αυτοί ποιοί είναι; Είναι δύσκολο ανάμεσα σε αυτούς να δεις τον Χριστό. Θα έπρεπε να παρουσιάζεται πιο μεγαλοπρεπώς για να τον προσέχουμε», παρατήρησα με έντονο ύφος.

Η κυρία Ν. με κοίταξε και ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της.
– Ο Χριστός, έγινε άνθρωπος για να ανέβει στον σταυρό και ύστερα να αναστηθεί. Και ο κάθε άνθρωπος ανάμεσα μας κουβαλάει έναν δικό του σταυρό και διανύει την δική του πορεία προς τον Γολγοθά, με την εξαίρεση ότι εμείς δεν μπορούμε να αναστηθούμε σωματικά. Κατά κάποιον τρόπο, κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι σαν ένας Χριστός.
Αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναστηθεί δεν μπορεί να είναι σαν τον Χριστό. Αυτός είναι Θεός, είπα.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει την φθορά και τον θάνατο αλλά υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από αυτό.
Και ποιό είναι αυτό;, ρώτησα γεμάτη απορία.
Να ζήσει Ερμιόνη μου. Ο χρόνος που μας δίνεται εδώ είναι πεπερασμένος και αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει κανένας. Όμως το γεγονός ότι εσύ και εγώ είμαστε εδώ αυτήν την στιγμή και μιλάμε, το γεγονός ότι ο άνθρωπος υπάρχει σαν είδος ενάντια στις τεράστιες πιθανότητες του να μην υπήρχε, αυτό είναι ένα θαύμα. Και αυτό το θαύμα είναι αρκετό αν αξιοποιηθεί σωστά. Όσο κι αν ο σταυρός μας είναι βαρύς, όσο κι αν οι δυσκολίες της ζωής, τα εμπόδια, μας κάνουν καμιά φορά να λυγίζουμε είμαστε φτιαγμένοι έτσι ώστε όχι μόνο να τα προσπερνούμε αλλά μέσα από αυτά να γινόμαστε πιο δυνατοί, πιο ακέραιοι και αυτό είναι το μήνυμα της Ανάστασης. Να θυμάσαι πάντα, πως δεν υπάρχει εμπόδιο που δεν μπορείς να υπερπηδήσεις. Κι αν καμιά φορά πέφτεις, να φροντίζεις πάντα να ξανασηκώνεσαι. Ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος.

Στο δρόμο της επιστροφής τα λόγια της αξιαγάπητης αυτής κυρίας στριφογύριζαν διαρκώς στο μυαλό μου και μέχρι τώρα δεν τα ξέχασα ούτε στιγμή. Εκείνο το Πάσχα είχα πάρει ένα σημαντικό μάθημα, όχι για το πώς να είμαι μια σωστή και ευσεβής χριστιανή, αλλά για τη ζωή την ίδια.


Σπιανάδα: Η μεγαλύτερη πλατεία στην Κέρκυρα και τα Βαλκάνια.
Μπότης: Πήλινο δοχείο. Για να γιορτάσουν την πρώτη Ανάσταση, οι Κερκυραίοι πετούν τεράστιους μπότηδες γεμάτους νερό από τα μπαλκόνια τους. Θεωρείται ότι οι μπότηδες που πέφτουν και γίνονται χίλια κομμάτια ξορκίζουν το κακό.
Πιάτσα: (αντιδάνειο) ιταλική piazza < λατινική platea (φαρδύς δρόμος πόλης).
Επίσκεψη: Ορεινό χωριό της Κέρκυρας .
Πορτόνι: Καγκελόπορτα.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s