Το ποστ του μεσονυκτίου | Θάνος Ανεστόπουλος, «Ενός τάφου το βάθος θυμίζεις»

«Έμοιασα με σπίτι
που οι διαστάσεις του καθορίστηκαν απ’ τα σημεία του
        σώματος σου.
Για κλειδί είχα το όνομα σου.»
– επιλογή κειμένου: Νίκος Σταϊκούλης

862463ee3050048bcc148898291e9b5a

Περίμενα, περίμενα… και έγινα ένα κομμάτι πέτρας.
Μέχρι που σε είδα .
Όχι ένα σώμα.
Μαζί με ένα άλλο.
Ένα σώμα, δύο σώματα, χωρισμένα σε χιλιάδες μέρη
Με άπειρα σχισίματα απ’ τις λόγχες των γέλιων σας.
Της καινούριας προσφοράς των υγρών σου.
Σε φόρεσα.
Με φόρεσες.
Σχεδόν μες την χολή μου φύτρωσαν τα χέρια σου
να την τραβάνε μέχρι να σκιστεί.
Κι ήρθαν στην μνήμη οι ώρες
που κοκκίνισαν τα πόδια μου
στις αναμονές
να μου μοιράσεις
σαν σε σκυλί λίγο ψωμί
απ’ τη χωματένια καρδιά.

Οι μελένιοι στεναγμοί σταμάτησαν να βγαίνουν
απ’ το στήθος της γυναίκας
που απλόχερα ήταν βρύση
που έτρεχαν τα χρώματα.
Να βγαίνουν άρχισαν απ την σκιά της.
Τα βογκητά,
μια ορδή από πεθαμένους συριγμούς
και τα αναφιλητά
δραπέτες απ’ το κουτί με τα φαντάσματα
των μάταιων παρελθόντων της.
Φάντασμα
ο ανυπόκριτος σπασμός πια
του οργασμού.
Το σπίτι ήταν νεκρό.
Δεν είχε και δεν θα χει ποτέ πια ζεστασιά.
Ψαλιδίζει τα δάχτυλά μας,
σπαταλάει
-το θέατρο αυτό-
τα υπέροχα δροσερά νερά
της κάποτε θάλασσάς μας.

Ψεύτης ο ήλιος / και ψεύτικο φως / και φως που τα δάκρυα
σβήσανε.
Λύσσαξες να ακούς τις «ειδήσεις» των άλλων.

Να σκορπίζεις
το ωραίο
Τόσο δύσκολα
στο «καλά»…
Να γεμίζεις
το αχόρταγο κενό σου.
Με ματαιότητες,
με αγριότητες, …
ενώ δίπλα σου είχες τον κόσμο.
Τον ΕΡΩΤΑ .
Όλον τον έρωτα του κόσμου δικό σου.

Κι ίσως να’ ναι η ώρα μου να λυσσάξω κι εγώ
και να σκορπίσω όσο ακόμα γελώ τρελά
την καινούρια κραυγή μου
στο πανηγύρι
της άγριας λησμονιάς σου.

Να πω πώς είναι ο θάνατος.

Είναι να τρίζουν τα πόδια σου στον ακίνητο ιδρωμένο
ύπνο της στέρησης.
Είναι το βαθύ φιλί να γίνεται χυμένος χαλκός.
Είναι να κλείνεις τα μάτια στο υποκριτικό «σ αγαπώ»
Είναι να αφήνεις στο στήθος μου το υποκριτικό κεφάλι.
Είναι να αγκαλιάζεις μια ψεύτικη κούκλα που κάποτε ήταν
ζεστή.
Τους πόνους να τους δένεις με σίδερο
και να τους απλώνεις
για να στεγνώσουν τα πρωινά
στον γεμάτο γυαλιά
ποτισμένο
με στυφό ξύδι πεζόδρομο.

Να πω πως είναι το στόμα.

Μυρωδιά από άκαρπο χώμα είναι
Είναι νύχτα χωρίς φώτα.
Κάδος με πέτρινες λέξεις
που κάποτε
βελούδινες έζησαν.

Να πω για τα χέρια

«Δεν έχω χέρια να μου χαϊδέψουν το πρόσωπο.»

Έχω ψαλίδια και ξυράφια
που αποκοιμούνται στα μπράτσα μου
πια.
Στον ιδρωμένο ώμο
μια μαύρη τεράστια νυχτοπεταλούδα
έχει πάρει την θέση
του προσώπου σου.
Με πιπιλά,
τρέφεται
με το τελευταίο αίμα που απόμεινε μέσα μου
αγνό.

Να πω για τα μάτια.

Στο βλέμμα του μελλοθάνατου είναι
το ρίγος,
το σώμα,
ο θυμός,
η λύπη,
η απόγνωση
και η τελευταία που απόμεινε
οσμή του έρωτα.

51840654_2119808974924803_9021518250504093696_nΜαύρο πεύκο στο στήθος.

Τις υπόλοιπες μέρες
θα συνεχίσω να ξεριζώνω τα αγριόχορτα,
χωρίς πια έστω και στα κρυφά
να ποτίζω το λουλούδι σου.
Κι εσύ ξεχόρτιαζε
–μην τα αφήνεις –
Μεγαλώνουν γρήγορα ξέρεις.
Θα σου γεμίσουν το κενό με αγκάθια.
Τρυπάνε,
πληγώνουν.

Χάνεσαι σαν οφθαλμαπάτη.
Μαζί σου παίρνεις και τα φανερά πια μυστικά σου.

Εδώ,
μόνο τρέχει
κρύο νερό.
Ο εαυτός οπλισμένος με την ερημιά του.
Το σώμα σου ρυτιδιάζει στον νου μου,
το πρόσωπό σου απομακρύνεται…
Μένει μια ώχρα,

ένα σάπιο μήλο σε σπασμένο πιάτο.
Ήσουν το βάθος του κόσμου…
ΌΧΙ ΠΙΑ.
Τώρα ενός τάφου το βάθος θυμίζεις
που με τα χωμάτινα χέρια του τραβά μέσα του
τα διάφανα χρόνια,
τα ρίγη των όρκων,
τα λιγωμένα
«ποτέ»
και
«πάντα»,
τα αγγελικά μας στήθη με τις κατακόκκινες καρδιές μας,
τα γλυκά χαμόγελα,
τα ιδρωμένα ενωμένα δάχτυλα,
τα μυστικά μας τραγούδια,
τις λαμπερές εξάψεις,
τη λαχτάρα, τον ατέλειωτο πόθο,
τα χίλια λόγια σε μια λέξη…
«σ αγαπώ».
Έμοιασα με σπίτι
που οι διαστάσεις του καθορίστηκαν απ’ τα σημεία του
σώματος σου.
Για κλειδί είχα το όνομα σου.
Όποτε το πρόφερα,
έμπαινα μέσα.
Το κλειδί αυτό σκουριασμένο είναι στα χέρια μου,
ένα κούφιο δόντι από την δαπάνη της αγάπης
που μας άφησε στα σύνορα της απελπισίας.
Δυο παθιασμένα πρώην κεφάλια,
Πένθιμα ελεεινά τώρα κρανία.
Ο πόνος- θαλαμοφύλακας
στις νύχτες
από ‘δώ και πέρα…

Το φίδι που μας δάγκωσε και τους δύο, είναι νεκρό.
Το φίδι…
ο Έρωτας…

Το σκοτάδι
πώς
χαϊδεύει
το φως.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.