«Για λίγο γάλα»

Στο χωριό μου, όπως και σε όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις, από την Κυριακή των Βαΐων, άρχιζαν οι προετοιμασίες για την γιορτή του Πάσχα. – γράφει ο Φίλιππος Καρβελάς

Η μεγάλη τεσσαρακοστή πλησίαζε στο τέλος της. Έφθασε το Σάββατο του Λαζάρου και την επομένη ήταν η Κυριακή των Βαΐων. Οι Χριστιανοί γιορτάζουν την είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, που τον υποδέχτηκαν μετά κλάδων βαΐων, επί πώλου όνου καθήμενον. Την ημέρα αυτή, σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας, γίνεται κατάλυση οίνου και ιχθύος. Αμέσως μετά εισερχόμεθα στην Μεγάλη Εβδομάδα, που προηγείται της Αναστάσεως του Κυρίου και του Μεγάλου Πάσχα.

Στο χωριό μου, όπως και σε όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις, από την Κυριακή των Βαΐων, άρχιζαν οι προετοιμασίες για την γιορτή του Πάσχα. Οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια και τις αυλές, άσπριζαν με ασβέστη τα πεζοδρόμια και τους τοίχους. Όλα έπρεπε να είναι καθαρά και να αστράφτουν για το Πάσχα. Παράλληλα μαζί με τους άντρες φρόντιζαν για το τραπέζι του Πάσχα. Έπρεπε στο τραπέζι να υπάρχει γιαούρτι, κρέας, αρνί ή κατσίκι, κόκκινα αυγά και το βράδυ μετά την Ανάσταση η πατροπαράδοτη μαγειρίτσα, αν περίσσευε γάλα θα υπήρχε και γαλατόπιτα.

Όσοι είχαν μια ή δυο μαρτίνες στο σπίτι (οικόσιτες γίδες ή πρόβατα), είχαν φροντίσει να έχουν ένα κατσίκι για το Πάσχα και από το γάλα που μάζευαν, έφτιαχναν και το γιαούρτι τους.

Όλοι είχαν τις κότες τους και έτσι αυγά πάντα υπήρχαν. Όλη την μεγάλη τεσσαρακοστή, λόγω νηστείας δεν έτρωγαν αυγά και τα μάζευαν για το Πάσχα, αλλά και για να κάνουν χυλοπίτες. Πέρα από αυτά όμως οι άντρες πήγαιναν με πράσα και άλλα είδη στα γύρω χωριά και επειδή δεν υπήρχε μεγάλη ευχέρεια χρημάτων γινόταν και ανταλλαγή προϊόντων, είδος με είδος όπως έλεγαν. Έδιναν πράσα και έπαιρναν αυγά ή σιτάρι, κριθάρι, φακές και ότι άλλο είδος υπήρχε διαθέσιμο σε κάθε χωριό και ανάλογα με την παραγωγή που είχε. Έτσι αυγά υπήρχαν σε αφθονία, κάποιοι έδιναν σ’ αυτούς που δεν είχαν και μερικά τα πωλούσαν στη Δημητσάνα.

Αυτοί που δεν είχαν γιδοπρόβατα ή μαρτίνια , είχαν πρόβλημα με την προμήθεια του αρνιού ή του κατσικιού και του γάλακτος για το Πάσχα. Τα χρήματα που υπήρχαν ήταν λιγοστά και πολλές φορές δεν έφθαναν ούτε για λίγο κρέας. Περίμεναν το Πάσχα για να δοκιμάσουν το κρέας. Γι’ αυτό εξαρτιόνταν από τους τσοπάνηδες και από το κατά πόσον γενναιόδωροι θα ήσαν αυτοί.

Οι τσοπάνηδες στο χωριό ήταν ελάχιστοι και το ποίμνιό τους μικρό. Μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τις δικές τους και των στενών συγγενών τους. Ο Μπάρμπα Γιώργης ο Μονοπορήσιος κάλυπτε τις ανάγκες των συγγενών του και ορισμένων Δημητσανιτών.

Οι περισσότεροι όμως από τους κατοίκους αντιμετώπιζαν πρόβλημα στην προμήθεια αρνιού ή κατσικιού και γάλακτος για λίγο γιαούρτι. Το κενό αυτό σε μεγάλο βαθμό κάλυπτε ο μπάρμπα Πέτρος Ηλιόπουλος ,από τη Ζάτουνα, που είχε το στανοτόπι του στις Λίπες στου Καλαμπάκα το Λινό, κοντά στο χωριό Μάρκου.

Από την Μεγάλη Δευτέρα και όλη την Μεγάλη Εβδομάδα, όλοι στο σπίτι βρισκόντουσαν σε κίνηση. Οι γυναίκες άρχιζαν με την καθαριότητα του σπιτιού, Δευτέρα και Τρίτη. Έπρεπε εσωτερικοί και εξωτερικοί χώροι να αστράπτουν από καθαριότητα.
Την μεγάλη Τετάρτη έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια.
Την Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά, τις πασχαλινές κουλούρες με το κόκκινο αυγό και τα πασχαλινά ψωμιά.
Την Μεγάλη Παρασκευή πήγαιναν στην εκκλησία και ασχολούντο με το στόλισμα του Επιταφίου.
Το Μεγάλο Σάββατο, συμπλήρωναν κάποιες μικρολεπτομέρειες στο σπίτι και ασχολούντο με την προετοιμασία της Αναστάσιμης μαγειρίτσας.
Την Κυριακή του Πάσχα ετοίμαζαν το Πασχαλινό τραπέζι. Για σουβλιστό αρνί δεν γινόταν λόγος. Το αρνί ή κατσίκι γινόταν στο φούρνο και όχι ολόκληρο. Έπρεπε να μείνει και για άλλη μέρα.

Ενδιάμεσα όλες τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, έπηζαν και το γιαούρτι για το Πάσχα, ανάλογα με το πότε θα είχαν πάρει λίγο γάλα, από τους τσοπάνηδες.

Οι άντρες και τα μεγάλα παιδιά φρόντιζαν για την προμήθεια όλων των αναγκαίων για να μην λείψει τίποτα το Πάσχα και τα μικρότερα παιδιά έπαιζαν αμέριμνα, βοηθώντας όπου μπορούσαν, περιμένοντας με ανυπομονησία το Πάσχα, γιατί εκτός από το καλό φαγητό, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τις κουλούρες, θα είχαν και καινούργια παπούτσια, ίσως και κάποια ρούχα.

Μέσα σε όλα αυτά, βέβαια, όλη η οικογένεια, κάθε βράδυ, πήγαινε στην εκκλησία και παρακολουθούσε τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, τις ολονυχτίες όπως τις λέγανε, γιατί γινόντουσαν τις βραδινές ώρες. Βέβαια δεν είχε κάθε βράδυ εκκλησία, γιατί ο παππάς είχε δύο χωριά και πήγαινε μια ημέρα στο ένα και μία στο άλλο . Την μεγάλη Παρασκευή, το Μεγάλο Σάββατο και την Κυριακή του Πάσχα, λειτουργούσε και στα δύο χωριά.

Την Μεγάλη Παρασκευή αποβραδίς έβγαζε τον επιτάφιο στου Μάρκου και στις 4,30 το πρωί στο Παλαιοχώριο. Το Μεγάλο Σάββατο σήκωνε Ανάσταση στις 11 η ώρα στο Παλαιοχώριο και γύρω στις 4,30 το πρωί στου Μάρκου και συνέχιζε εκεί την ακολουθία της Αγάπης. Το απόγευμα τις Κυριακής γύρω στις 5 το απόγευμα έκανε στο Παλαιοχώριο την ακολουθία της Αγάπης.

Όπως και παραπάνω είπαμε από την Μεγάλη Δευτέρα όλοι έτρεχαν από εδώ και από εκεί για λίγο γάλα και ένα κατσίκι ή αρνί, για το Πάσχα. Οι τσοπάνηδες απλόχερα έδιναν ότι μπορούσαν, ανάλογα με το ποίμνιο και τις δυνατότητες που είχαν.

Ο μπάρμπα Πέτρος, από την Κυριακή των Βαΐων είχε το στανοτόπι του στις Λίπες, εκεί στο Λινό του Καλαμπάκα, ανοικτό για όλους.

Πλήθος κόσμου πήγαινε στον μπάρμπα Πέτρο, από Δημητσάνα, Παλαιοχώρι , Ζάτουνα, ακόμα και από του Μάρκου, για να πάρει ένα οψιμοκάτσικο 3-4 οκάδες ή λίγο γάλα για γιαούρτι. διανύοντας μια απόσταση με τα πόδια 2 ωρών περίπου, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια και δρόμους.

Από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο, πολύς κόσμος πήγαινε και ερχόταν στο μαντρί του μπάρμπα Πέτρου. Οι περισσότεροι ήταν Παλαιοχωρίτες και Δημητσανίτες. Όλοι έφευγαν έχοντας πάρει αυτό που ήθελαν. Άλλος ένα μικρό κατσίκι, άλλος μια λάτα ή μια νταμιζάνα με 5-6 οκάδες γάλα. Όλοι έφευγαν χαρούμενοι με αυτό που επήραν και έδιναν ευχές στον μπάρμπα Πέτρο να είναι καλά και να χιλιάσει το κοπάδι του.

Ο μπάρμπα Πέτρος τους ξέβγαζε μέχρι πιο πέρα, τους ευχόταν καλή Ανάσταση και τους έλεγε: «Να ερχόσαστε όποτε θέλετε να παίρνετε γάλα και τυρί όταν θα τυροκομούμε. Του χρόνου το Πάσχα, αν θέλει ο Θεός, πάλι εδώ θα είμαι και θα σας περιμένω». Αυτά τα έλεγε και τα πίστευε. Ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος και ικανοποιημένος που έβλεπε τους ανθρώπους να φεύγουν φορτωμένοι με αυτά που είχαν πάρει και θα είχαν κάτι στο τραπέζι τους το Πάσχα.

Εκείνη την εποχή από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο βρισκόμουν και εγώ κάθε ημέρα στο μαντρί. Ο μπάρμπα Πέτρος ήταν ο παππούς μου, πατέρας της μάνας μου. Πήγαινα τακτικά όταν δεν είχα σχολείο και τον βοηθούσα. Αυτές τις ημέρες όμως, μιας και δεν είχα σχολείο βρισκόμουν κάθε ημέρα εκεί, αφού κάποια στιγμή θα έπαιρνα και εγώ το γάλα και το κατσίκι για το Πάσχα.

Ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν και υπήρχε απόλυτη προτεραιότητα. Ξεκίναγε η διανομή του γάλακτος από τους πρώτους που έφθαναν και μέχρι όπου έφθανε το γάλα. Οι υπόλοιποι έφευγαν για να έλθουν πάλι την άλλη ημέρα. Για να μην πηγαίνουν και φέρνουν το δοχείο που είχαν, ο παππούς τους έλεγε αφήστε το δοχείο και αύριο που θα έρθετε θα το βρείτε γεμάτο, θα το πάρετε και θα φύγετε, μόνο να έρθετε λίγο νωρίτερα, μην αργήσετε όπως σήμερα.

Εγώ εκεί, στο πόστο μου, μοίραζα το γάλα στα δοχεία που έφερναν, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του παππού. Για να δώσει την ανάλογη ποσότητα γάλακτος ο παππούς ρωτούσε: » Τι φαμελιά έχεις παιδί»; και ανάλογα με τα άτομα που του έλεγε ο καθένας, κανόνιζε πόσο γάλα θα του έδινε, όχι πάντως λιγότερο από 5 οκάδες και το ανάλογο κατσίκι.

Πήγαινα κάθε πρωί και έφευγα το βράδυ αργά, πολλές φορές και μετά τον παππού, που έφευγε νωρίτερα, για την Ζάτουνα για να παρακολουθήσει τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας.

Ποτέ δεν έλλειπε από την εκκλησία. Πήγαινε όλες τις Κυριακές και τις γιορτές και παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες του Πάσχα, ακόμα και αν τα γιδοπρόβατα έμεναν κλεισμένα μέσα μέχρι το μεσημέρι.

Τα βράδια που έφευγα περίμενα και εγώ να πάρω λίγο γάλα και ένα κατσίκι για το Πάσχα. Γάλα όμως δεν περίσσευε και τα κατσίκια τα καλά έβλεπα να φεύγουν.

Έφθασε η Μεγάλη Πέμπτη και γάλα ακόμα δεν είχα πάρει, για κατσίκι ούτε που γινόταν λόγος. Τότε τόλμησα να διαμαρτυρηθώ στο παππού λέγοντάς του: «Παππού τι γίνεται, όλοι οι ξένοι που έρχονται παίρνουν αμέσως το γάλα τους και το κατσίκι τους και φεύγουν, εμένα δεν μου έδωσες ακόμα, πότε θα φτιάξει η μάνα μου το γιαούρτι και τι κατσίκι θα δώσεις σε μένα, αφού όλα τα καλά τα έδωσες στους ξένους;»

Ήθελα να πω και άλλα, ο παππούς όμως με διέκοψε λέγοντάς μου : » Μη μιλάς παιδάκι μου είναι αμαρτία αυτά που λες. Πώς θα πας το Πάσχα να κοινωνήσεις; Αυτοί οι ξένοι που λες εσύ δεν είναι ξένοι. Είναι συνάνθρωποί μας φίλοι και γνωστοί, που έρχονται δυο ώρες δρόμο, να πάρουν λίγο γάλα και ένα κατσικάκι, για να αρτυθεί η φαμελιά τους μέρες που έρχονται. Μ’ αυτά που λες κολάζεσαι. Εμείς δόξα τω Θεώ έχουμε από αυτά δεν μας λείπει τίποτα. Μετά το Πάσχα και γάλα θα έχουμε και κρέας, γιατί κάτι θα σφάξουμε για την οικογένεια».

Βέβαια μουρμούρισα από μέσα μου. Έτσι είναι προτιμάς τους ξένους για να μην τους χάσεις από πελάτες. Εγώ που σε βοηθάω κάθε ημέρα με αφήνεις τελευταίον και στο τέλος θα μου δώσεις το πιο μικρό κατσίκι.

Απομακρύνθηκα θυμωμένος και επήγα πιο πέρα, κάθισα κάτω από ένα πυκνόφυλλο σφεντάμι και άφησα το μάτι μου να πλανιέται στην απέναντι πλαγιά, που παλαιότερα ήταν αμπελώνες και τώρα ήταν δάση. Ενδιάμεσα διακρίνονταν ερείπια λινών και πατητήρια, όπως επίσης φαίνονται και κάποια υπόλοιπα από κλήματα, που έχουν σκαρφαλώσει πάνω στα δένδρα.

Βλέποντας απέναντι και αναπολώντας τις εποχές που το τόπος ήταν καλλιεργημένος και γεμάτος κόσμο ιδιαίτερα την εποχή του τρύγου, που όλη η περιοχή αντηχούσε από φωνές και τραγούδια, ξεχάστηκα ότι έπρεπε να γυρίσω, να μαζέψουμε τα πράγμα τα και να φύγουμε. Ξαφνικά αισθάνθηκα ότι κάποιος βρισκόταν δίπλα μου.

Γύρισα και είδα τον παππού μου, ήρθε πιο κοντά με χάιδεψε στο κεφάλι και μου είπε: » Ρε παιδάκι μου γιατί νευριάζεις και χαλάς τον εαυτόν σου, αφού αύριο θα πάρεις και γάλα και κατσίκι. Εγώ φεύγω, εσύ εδώ θα μείνεις;». Δεν είπα τίποτα, ο παππούς είχε μαζέψει μόνος του το κοπάδι, είχε τακτοποιήσει τα διάφορα πράγματα που υπήρχαν και έφευγε. Σηκώθηκα και εγώ και επήρα το άλογο και έφυγα για το χωριό.

Την επομένη το πρωί ξημερώνοντας Μεγάλη Παρασκευή, έφθασα στο μαντρί και βοήθησα στο πρωινό άρμεγμα. Δεν είχαμε προφθάσει να τελειώσουμε και έφθασαν οι πρώτοι πελάτες, όπως τους έλεγα εγώ. Σε λίγο είχε φύγει το βραδινό και το πρωινό γάλα και 4-5 μικρά κατσίκια.

Άρχισα και πάλι να ανησυχώ ότι θα έφευγα και πάλι με άδεια χέρια. Φάνηκε όμως ότι άδικα ανησυχούσα, γιατί ο παππούς είχε φροντίσει να μην έλθει κανένας το βράδυ για γάλα. Το οψιμοκάτσικα και τα οψιμάρνια είχαν όλα σχεδόν διατεθεί. Έμεναν 3-4 ακόμα για κανέναν ξεχασμένο όπως έλεγε ο παππούς.

Ενωρίς το βράδυ μαζέψαμε τα γιδοπρόβατα, τα αρμέξαμε και στο τέλος ο παππούς επήρε δυο νταμιτζάνες που έπαιρναν 5 οκάδες η καθεμία και τις γέμισε, λέγοντας μου αυτές είναι για σένα. Εγώ έμενα όμως με την απορία τι κατσίκι θα μου έδινε για το Πάσχα, αφού αυτά που είχαν μείνει ήταν μικρά και δεν μου άρεσαν.

Ήμουν έτοιμος να αρχίσω την γκρίνια. Δεν πρόφθασα όμως να πω τίποτα, με πρόφθασε ο παππούς λέγοντάς μου: «Περίμενε λίγο να πεταχτώ μέχρι τον Λινό του Ψαρούλη και θα έλθω για να πάρεις το σφαχτό σου και να φύγεις».

Αμέσως έφυγε για τον Λινό του Ψαρούλη, εκεί ήταν τα πρόβατα. Ο Λινός αυτός απείχε περί τα 200 μέτρα από τον Λινό του Καλαμπάκα. Σε λίγο επέστρεψε ο παππούς κρατώντας στα χέρια του ένα αρνί.

«Αυτό το έχω για σένα για να μην γκρινιάζεις» μου είπε. Ήταν ένα καλό αρνί 8-10 οκάδες. Έβαλα το αρνί σε ένα μεγάλο σακούλι, αφού του έδεσα τα πόδια και μαζί με το γάλα τα φόρτωσα στο άλογο, ανέβηκα και εγώ επάνω και έφυγα, αφού προηγουμένως χαιρέτισα τον παππού μου και του ευχήθηκα καλό Πάσχα, ευχαριστώντας τον συγχρόνως για το αρνί και το γάλα.

Φεύγοντας μου έδωσε τις τελευταίες οδηγίες να πάω στην εκκλησία όλες τις ημέρες και να διαβάσω και τα βιβλία μου, να μάθω γράμματα για να μην μου κάνουν κουμάντο άνθρωποι κατώτεροι από μένα.


Παλαιοχώριο Ιούνιος 1966
Φίλιππος Αθαν. Καρβελάς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.