Ήταν σίγουρα ξεχωριστά άρρωστος ,μα ,καθώς η εγκεφαλική του βλάβη μεγάλωνε, έμοιαζε περισσότερο με κοινό ασθενή νου, που τίποτα δεν είχε ξεχωριστό να προσφέρει τελικά. Η αρρώστια τον κατάπινε με τρόπο ύπουλο, ώστε όσο τον στέγνωνε να τον κάνει να χάνει κάθε ενδιαφέρον για τον χαμό του.
Ένιωθε πλήξη, μια τρομερή πλήξη και την ίδια στιγμή μια τρομερή όρεξη να επιταχύνει το ξεζούμισμά του. Του φαινόταν εαυτός άνοστος. Βιαζόταν μέσω της πλήξης του.
Ήταν ανυπόμονη πλήξη. Τόσο ανυπόμονη, που δεν αντιλήφθηκε πως κάποιος τον παρακολουθούσε με πολλή προσοχή σχεδόν φανερά και με μια αδιαπέραστη αγάπη, σχεδόν αόρατα .
Θα τον γνώριζε παρακάτω, σχεδόν αφηρημένα, όμως θα τον γνώριζε.
Όσο από την άλλη, κλοτσούσε βαριεστημένα και εξασθενημένα, μα, συνάμα επίμονα αυτό που θα τον γλίτωνε, με μια τρομολαγνεία ανάκατη από θλίψη και πλήξη, τόσο εκείνο ρίζωνε με πείσμα να τον σώσει.
Τόσο, που αν δε παραδινόταν, θα τον κατασπάραζε οπωσδήποτε.
Ήταν χρόνια πολλά πίσω όλα αυτά , τότε που ακόμη ακόνιζε τη λεπίδα , που αργότερα στοίχισε τη ζωή ανθρώπων τυχαίων μα και ανθρώπων μοιραίων, που έμελλαν να γίνουν η ύστατη ρεκλάμα του.
Θα τους κατασπάραζε οπωσδήποτε και τούτος με τη σειρά του, στολισμένος με αναμμένα λαμπιόνια να αναβοσβήνουν τα σαγόνια του.. »
[2013, ανέκδοτο]