Απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα:”Ο Ανθρωποκτόνος”

“Ένιωθε πλήξη, μια τρομερή πλήξη και την ίδια στιγμή μια τρομερή όρεξη να επιταχύνει το ξεζούμισμά του. Του φαινόταν εαυτός άνοστος.” – της Μαρίας Λυδίας Κυριακίδου

murdering_tongues_to_avoid_controversy_by_tylerreitan-d9jguwp.jpg

[..]
Ήξερε πολύ καλά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του,πώς να εκτελέσει στυγερά ό,τι του δινόταν απλόχερα και μύριζε αγάπη.
Δεν ήθελε να αγαπήσει. Ούτε να αγαπηθεί ήθελε.Δεν ήθελε να θέλει.
Η μικρή του εγκεφαλική βλάβη, που ήταν για τον ίδιο θείο χάρισμα, δεν του επέτρεψε ποτέ να βολτάρει ,σφυρίζοντας, σε αέρα καθαρό.Μαζί με την αρρώστια του, η βεβαιότητα του θείου πνεύματος του , χόρευε ασταμάτητα εμπρός στα μισόκλειστα μάτια του, σαν από τελετή βουντού με ανάκατες μυρωδιές από τεκίλα και πικρό αλάτι, κάτι από τα δάκρυα που συσσώρευε από γεννησιμιού του.

Ήταν σίγουρα ξεχωριστά άρρωστος ,μα ,καθώς η εγκεφαλική του βλάβη μεγάλωνε, έμοιαζε περισσότερο με κοινό ασθενή νου, που τίποτα δεν είχε ξεχωριστό να προσφέρει τελικά. Η αρρώστια τον κατάπινε με τρόπο ύπουλο, ώστε όσο τον στέγνωνε να τον κάνει να χάνει κάθε ενδιαφέρον για τον χαμό του.

Ένιωθε πλήξη, μια τρομερή πλήξη και την ίδια στιγμή μια τρομερή όρεξη να επιταχύνει το ξεζούμισμά του. Του φαινόταν εαυτός άνοστος. Βιαζόταν μέσω της πλήξης του.
Ήταν ανυπόμονη πλήξη. Τόσο ανυπόμονη, που δεν αντιλήφθηκε πως κάποιος τον παρακολουθούσε με πολλή προσοχή σχεδόν φανερά και με μια αδιαπέραστη αγάπη, σχεδόν αόρατα .
Θα τον γνώριζε παρακάτω, σχεδόν αφηρημένα, όμως θα τον γνώριζε.

Όσο από την άλλη, κλοτσούσε βαριεστημένα και εξασθενημένα, μα, συνάμα επίμονα αυτό που θα τον γλίτωνε, με μια τρομολαγνεία ανάκατη από θλίψη και πλήξη, τόσο εκείνο ρίζωνε με πείσμα να τον σώσει.
Τόσο, που αν δε παραδινόταν, θα τον κατασπάραζε οπωσδήποτε.

Ήταν χρόνια πολλά πίσω όλα αυτά , τότε που ακόμη ακόνιζε τη λεπίδα , που αργότερα στοίχισε τη ζωή ανθρώπων τυχαίων μα και ανθρώπων μοιραίων, που έμελλαν να γίνουν η ύστατη ρεκλάμα του.
Θα τους κατασπάραζε οπωσδήποτε και τούτος με τη σειρά του, στολισμένος με αναμμένα λαμπιόνια να αναβοσβήνουν τα σαγόνια του.. ”

[2013, ανέκδοτο]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s