“Ο φλώρος” (επεισόδιο πρώτο)

“Δυο πράγματα δε θα μου λείψουν όταν πεθάνω. Τα γαρίφαλα κι αυτό που όταν κάνεις ντους σου κολλάει η κουρτίνα στον κώλο.” – από την Μαρία Λυδία Κυριακίδου

Τα γαρίφαλα

1196850611_58f7934ef3_b.jpg

Μια φορά, που ‘ταν φορά με φόρα που κουβάλαγε αρνητικό πρόσημο, ήμουν απελπισμένος.

Δεν ήταν και κανένα νέο, το πόσο απελπισμένος ήμουν, καθώς αυτό ήταν ένα από τα πιο συνηθισμένα σχόλια που ‘χαν κατσικωθεί στην πλάτη μου από τότε που τα ΄ριξα άτσαλα στην Ελίνα Καραχάλια μπροστά σε όλες της τις φίλες, κρατώντας ένα μπουκέτο από γαρίφαλα, μιας που ‘ταν τα φτηνότερα λουλούδια που μπορούσα να αγοράσω με το χαρτζιλίκι της εβδομάδας. Κανείς μαλάκας φίλος μου, πίσω τότε, δε με είχε προειδοποιήσει πόσο απελπισμένος μαλάκας φαινόμουν στα μάτια όλων εκείνων των ξαναμμένων κοριτσιών- και αδιαμφισβήτητα ήμουν μαλάκας, ρε, ο μαλάκας!

Ακόμα με θυμάμαι. Είχα φτιασιδωθεί με προδιαγραφές Τζέημς Ντιν. Είχα δανειστεί, που λες, το λευκό πουκάμισο με τα γαμάτα μαύρα μανικετόκουμπα του ξαδέλφου μου Θέμη, που ‘ταν αδιαμφισβήτητα το πιο γαμάτο παιδί στην Γ’ Γυμνασίου, ή έτσι τουλάχιστον μ’ άφηνε να πιστεύω με κείνες τις απίστευτες ιστορίες που ‘χε να μου πει κάθε Κυριακή που συναντιόμαστε στους παππούδες για φαγητό.

Α! Της Κυριακής τα δείπνα! Εκείνα τα μακρόβια, άνοστα δείπνα, που άλλοτε δεν έλεγαν να τελειώσουν, αφού όλοι μιλούσαν ασταμάτητα, ή που άλλοτε τελείωναν βίαια ακριβώς για τον ίδιο λόγο,  ειδικά κάθε φορά που ο θείος Χρόνης, φοιτητής τότε, έπινε κατιτίς παραπάνω και ξεβρακωνόταν, λέγοντας ένα σωρό ακαταλαβίστικα πράγματα για «την καταπίεση της σεξουαλικότητας».

Αργότερα, όλοι μάθαμε σε ένα δείπνο όπου ο θείος Χρόνης απουσίαζε, πως δε θα έτρωγε μαζί μας τις Κυριακές για κάμποσο καιρό, καθώς ερωτεύτηκε τον συμφοιτητή του Αρτέμιο, που ΄ταν μοναχοπαίδι και κίνησαν μαζί σε ένα ταξίδι χωρίς σύντομη επιστροφή – παίρνοντας μαζί τους, όμως, μερικές πιστωτικές του παππού -, με σκοπό να σώσουν κάτι παράξενα έντομα από εξαφάνιση και « για να αποδείξουν ακτιβιστικά πως η διαφορετικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια ισορροπία και πως όλοι είμαστε ίσοι, αν και απέναντι τις πιο πολλές φορές», ή κάτι τέτοιο, όπως είπε η μαμά.
Α, ρε θείε Χρόνη! Ήσουν πηγή έμπνευσης! Κι ο παππούς, όμως, ποτέ δεν ακύρωσε τις πιστωτικές του, που κι αυτό σίγουρα σήμαινε κάτι καλό στον κόσμο του παππού.

Ας γυρίσουμε λιγάκι, όμως, στο πόσο ντελικάτα φτιασιδωμένος ήμουν. Φορούσα, όπως σου ‘πα, το πουκάμισο του Θέμη (μου ‘κανε γιατί είχα παραπανίσια κιλά και πρόωρη ανάπτυξη, κάτι που καθόλου δε με χάλαγε, αφού γι’αυτό ήμουν κάτι παραπάνω από δημοφιλής στην τάξη μου) κι είχα βάλει πολύ..όμως πολύ.. ζελέ στο μαλλί, έτσι που για πρώτη φορά είχα καταφέρει να του δώσω έναν  μα -γι -κό αέρα προς τα πίσω, (μαγικό λέμε όμως, ε!).. δηλαδή τόσο μαγικό που φαινόταν πως το γαμάτο μαλλί μου ήταν σχεδόν φυσικά κολλημένο σε αυτή τη θέση…Να έτσι, κοίτα, ρε! Παγωμένο, σε πόζα κυματισμού, όλο χάρη, γυαλισμένο και στερεωμένο κει δώθε,φρομ όλγουεης εντ φορ έβερ.

Βέβαια, πέρα από το φανταστικό μου πουκάμισο, το φανταστικό μου μαλλί και το σούπερ φανταστικό τουπέ μου, φορούσα κι ένα εκπληκτικό μαύρο παντελόνι που το αγόρασα με λεφτά κλεμμένα που τσίμπαγα απ’το κομοδίνο του μπαμπά, (το οποίο ήταν ένα κινητό μέρος, γιατί έτσι αποκαλούσαμε όλο το σπίτι κατά καιρούς, ανάλογα με το πού ξεντυνόταν ο μπαμπάς πριν πέσει για ύπνο).

Α, βέβαια..το παντελόνι! Ναι, ρε..τι παντελονάρα ήταν αυτή!

Είχα δει τον Στράτο, τον γκόμενο της αδερφής μου, να το φοράει σε ένα από τα ραντεβού της μαζί του, όπου κατά την εξομολόγηση της το ίδιο βράδυ στο ημερολόγιο, έγραψε πως έχασε “ό,τι πολυτιμότερο είχε”, κι από ό,τι υποθέτω εννοούσε εκείνο το ασημένιο βραχιόλι που της είχε αγοράσει η νονά της στα 16α γενέθλιά της. Φαντάσου, λοιπόν, πόσο την είχε τυφλώσει ο παικταράς με τη γοητεία του μαύρου δερμάτινου παντελονιού του, που δεν έδωσε καν σημασία στο βραχιόλι, την ώρα που αυτό κάποια στιγμή γλιστρούσε  από τον καρπό της.

Δυο πράγματα δε θα μου λείψουν όταν πεθάνω. Τα γαρίφαλα κι αυτό που όταν κάνεις ντους σου κολλάει η κουρτίνα στον κώλο. Αν τα έκανα τρία, θα πρόσθετα κι αυτό το κολλητηλίκι από ιδρώτα που αφήνει πάνω σου το δερμάτινο παντελόνι. Σχεδόν τόσο, που να νιώθεις πως θρέφεις βδέλλες πάνω στο κορμί σου και πως μάλιστα τις αναπαρήγαγες εσύ με τη βοήθεια του καταραμένου δερμάτινου παντελονιού.

Τίποτα από όλα αυτά όμως, δε θα μπορούσε να συναγωνιστεί την ντροπή που ένιωσα, όταν προσέφερα στην Ελίνα Καραχάλια εκείνο το άθλιο μπουκέτο από γαρίφαλα, φορώντας εκείνο το καταραμένο δερμάτινο παντελόνι, που ήταν μαύρο, όπως και όλα τα υπόλοιπα που ένιωσα να ‘ναι μαύρα, όταν άκουσα τα πρώτα «χα χα χα». Καταραμένα κορίτσια! Μου την είχε στήσει η Ελίνα κι αυτό δεν ήταν κάτι που θα άφηνα να περάσει έτσι-αργότερα, βέβαια, γιατί εκείνη τη μέρα το άφησα και πέρασε κι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα.

Μια φορά λοιπόν, που ‘ταν φορά κανονική με φόρα που κουβάλαγε αρνητικό πρόσημο, ήμουν απελπισμένος. Όχι όπως εκείνη τη φορά με την Ελίνα Καραχάλια, αλλά πολύ, πολύ, πολύ χειρότερα..


Διαβάστε το 2ο και 3ο επεισόδιο του Φλώρου εδω:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s