“Εγώ, ο άστεγος”

«Χθες την έβγαλα στη στοά εδώ πιο πάνω. Ήταν καλά, έκοβε το κρύο. Έλα κι εσύ το βράδυ να είμαστε παρέα».
– από τον Αντώνη Καρά

homeless____by_fbuk.jpg
Τον είδα ένα χειμωνιάτικο πρωινό πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια. Στην αρχή δηλαδή αυτού που τότε ονομάζαμε «κρίση» δίνοντάς του την ιδιότητα του παροδικού, και που τώρα αποφεύγουμε να το πούμε αλλιώς φοβούμενοι να αποδεχτούμε την μονιμότητας της κατάστασης.

Βάδιζα προς τη δουλειά, και όπως κάθε πρωί, είχα γερμένο το κεφάλι μου προς τα κάτω. Μπήκε στο οπτικό μου πεδίο όταν σήκωσα το βλέμμα μου για να αντικρύσω καλύτερα το εμπόδιο που έπιασε η άκρη του ματιού μου.
Ήταν ένας νεαρός άντρας, γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος. Φορούσε καφέ σουέτ σακάκι, ξεβαμμένο τζιν παντελόνι και κάτι φθαρμένα γάντια στα χέρια του. Ήταν μελαχρινός, με πυκνό μούσι τύπου hipster και καλά χτενισμένα μαλλιά. Εκείνη την εποχή, εκτός από κρίση, ήταν και η εποχή που αρχίσαμε να αφήνουμε οι άντρες τρίχες στο πρόσωπό μας.

Η φιγούρα του μου φάνηκε οικεία. Όχι, σίγουρα δεν τον ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να αποκλείσω την πιθανότητα να έχουμε πιει κανένα ποτό δίπλα δίπλα σε κάποιο μπαράκι στην Πλατεία Αγίας Ειρήνης ή στην Καρύτση.

Στεκόταν μπροστά από ένα μισογεμισμένο σκουπιδοτενεκέ με δυο γατιά πάνω στο καπάκι να ψάχνουν για τροφή. Δίπλα του ένα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ γεμάτο με χαρτόνια και πράγματα από σίδερο. Του έριξα μια φευγαλέα ματιά και ανταπόδωσε με το βλέμμα του. Χώθηκε ο μισός στον σκουπιδοτενεκέ και άρχισε να ψάχνει. Τα γατιά τρόμαξαν και πήδηξαν κάτω νιαουρίζοντας. Προσπέρασα τον σκουπιδοτενεκέ και μπήκα στην καφετέρια που ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στάθηκα στην ουρά, παρήγγειλα και περίμενα.

Όση ώρα στεκόμουν μέχρι να μου φέρουν τον καφέ έριχνα κλεφτές ματιές έξω από την τζαμαρία σε αυτόν τον παράξενο νέο άνδρα. Σε αυτόν τον άνδρα που θα μπορούσα να είχα πιει ποτά δίπλα του κάποια στιγμή και που τον έβλεπα να κάνει τη δουλειά ενός ρακοσυλλέκτη.

Σίγουρα δεν ήταν η χαρακτηριστική εικόνα του ρακοσυλλέκτη που είχα στο μυαλό μου.
Μόλις μου έφεραν τον καφέ χαιρέτησα το παλικάρι που ήταν πίσω από τη μπάρα και που κάθε μέρα φρόντιζε να εκπληρώνω την ιεροτελεστία ενίσχυσης του οργανισμού μου με καφεΐνη και βγήκα έξω.

Προσπέρασα τον νεαρό άντρα που εν τω μεταξύ είχε πιάσει κουβέντα με έναν άλλο άνδρα, ένα μεσήλικα που έμοιαζε με άστεγος. Φθαρμένα ρούχα, απεριποίητα γκριζαρισμένα μαλλιά και μούσι, τρύπια παπούτσια. Όλη η στερεοτυπική εικόνα του άστεγου που είχα στο μυαλό μου. Προσπερνώντας τους, έκοψα ρυθμό στο βάδισμά μου προσπαθώντας να ακούσω τι έλεγαν. Κατάφερα και έπιασα δυο κουβέντες τους. Πρώτα του νεαρού, μετά του μεσήλικα.
«Χθες την έβγαλα στη στοά εδώ πιο πάνω. Ήταν καλά, έκοβε το κρύο. Έλα κι εσύ το βράδυ να είμαστε παρέα».
«Έγινε φιλαράκι. Θα σε δω αργότερα».

Ξανάσκυψα το κεφάλι. Ήμουν τρία λεπτά μακριά από τη δουλειά. Άρχισα να συλλογίζομαι. Ρώτησα τον εαυτό μου τι είχα δει τελικά σε αυτή την οικεία μορφή.
Είχα δει έναν άστεγο. Όχι όμως τον άστεγο που νόμιζα, ή που θα περίμενα.
Όχι τον άστεγο που «για να βρεθεί στο δρόμο, δεν μπορεί, θα έκανε κι αυτός μαλακίες, δεν ξεμένεις έτσι εύκολα». Ούτε εκείνον που αφού έλιωσε στις ουσίες «κατέληξε ένα τελειωμένο πρεζάκι και ξέμεινε στον δρόμο». Ούτε καν εκείνον που ήρθε από την άλλη άκρη του κόσμου για να γλιτώσει από τις οβίδες που έπεφταν πάνω από τα κεφάλια του χωρίς να έχει που να γύρει το κεφάλι του και που «τι περίμενε, να βρει εδώ τον παράδεισο; Αφού και εμείς έχουμε τα χάλια μας».

Είχα δει έναν άνθρωπο που κάποτε είχε δουλειά, ενοίκιο, ζωή, και που ξαφνικά έχασε το πρώτο από τα τρία συστατικά. Και βρέθηκε στον δρόμο, να προσπαθεί να τη βγάλει μέρα με τη μέρα. Ψάχνοντας κάθε βράδυ για μια καλή καβάτζα, προσπαθώντας να κρατήσει τον αυτοσεβασμό του διατηρώντας τον εαυτό του όσο πιο περιποιημένο μπορούσε, και φορώντας εκείνο το καφέ σουετ σακάκι για να τον προστατεύσει από το κρύο και να του θυμίζει την προηγούμενη ζωή του. Αν τελικά ήταν δικό του, και δεν του το είχε χαρίσει κάποιος άλλος στον δρόμο.Είχα δει αυτό που θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε. Είχα δει αυτό που θα μπορούσε να συμβεί σε εμένα.

Αυτός ο άνθρωπος, δεν ήταν ένας ακόμα άστεγος. Αυτός ο άνθρωπος ήταν εγώ.
Εγώ, ο άστεγος.

One thought on ““Εγώ, ο άστεγος”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s