«Ο κυρ-Νίκος»

Η μοναδική ευχάριστη ασχολία του, πλέον, βρίσκεται στη φροντίδα του κτήματός του. Παρά το χρόνο που κουβαλάει στην πλάτη του, το επισκέπτεται κάθε μέρα.
– από την Άννα Κεχαγιά

trik0

Σε ένα απόμερο χωριό, κρυμμένο κάτω από ψηλά αιωνόβια δέντρα κατοικεί οκυρ Νίκος. Είναι ένας από τους λίγους κατοίκους που έχουν απομείνει στο χωριό, οι οποίοι σε αριθμό δεν ξεπερνάν τους δέκα. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε ερημωμένα σπίτια, παρέα με τη σιωπή του χειμώνα και την πολυλογία των τζιτζικιών τα καλοκαίρια.

Ο κυρ Νίκος είναι ογδοντατριών χρονών. Η μοναδική ευχάριστη ασχολία του, πλέον, βρίσκεται στη φροντίδα του κτήματός του. Παρά το χρόνο που κουβαλάει στην πλάτη του, το επισκέπτεται κάθε μέρα. Είναι το μόνο μέρος στο οποίο αισθάνεται γαλήνιος και ξεχνάει τη μοναξιά που έχει σκεπάσει όχι μόνο το σπίτι του, αλλά ολάκερο το χωριό του.

Ξυπνάει πριν την Ανατολή, τρώει μία φρυγανιά με μέλι μαζί με ζεστό γάλα, πίνει δύο γουλιές από τον ελληνικό του καφέ και κατεβαίνει στην αποθήκη του για να μαζέψει τον απαραίτητο εξοπλισμό και να τον φορτώσει στο κουρασμένο του τρίκυκλο. Πριν το πρώτο φως της μέρας ξεκινάει.

Όταν πλησιάζει στο κτήμα, ο θόρυβος της μηχανής του ειδοποιεί τις κότες και τη μοναδική κατσίκα του να μαζευτούν. Σταματάει έξω από την πόρτα της περίφραξης, κατεβαίνει από το τρίκυκλο, ανοίγει την συρμάτινη πόρτα, και μπαίνει μέσα οδηγώντας.

Έτσι και σήμερα, ακολουθώντας το πρωινό του πρόγραμμα, μπήκε μέσα στο κτήμα του κι έσβησε τη μηχανή. Πριν κατέβει όμως, προσπάθησε με τη βοήθεια του ακουστικού βαρηκοΐας να αφουγκραστεί το μακρινό, για αυτόν, τιτίβισμα των πουλιών. Ακίνητος στο όχημά του, έριξε μία παρατηρητική ματιά γύρω του.

Βρισκόταν μέσα στο αποκορύφωμα της άνοιξης. Τα δέντρα είχαν βαρύνει από τους καρπούς τους, τα ζαρζαβατικά ήταν έτοιμα για μάζεμα και τα λουλούδια ξεπρόβαλαν ζωηρά μέσα από τις αποχρώσεις του πρασίνου. Πήρε μία βαθιά ανάσα και με προσεκτικές αργές κινήσεις πήγε προς την καρότσα του.

trik2Αφού άδειασε το σακί με τα τρόφιμα και τα ζώα συγκεντρώθηκαν στο φαγητό τους, ακούμπησε ένα άδειο καλάθι κάτω από μία κερασιά και μπήκε μέσα στην αποθήκη του κτήματος. Μετά από λίγο βγήκε κρατώντας μία σκάλα. Την στήριξε στον κορμό του δέντρου και την ανέβηκε προσεχτικά. Με το ένα του χέρι κρατήθηκε γερά και τέντωσε όσο μπορούσε το άλλο για να φτάσει τα κεράσια.

Συνήθως, όταν βρισκόταν μέσα στα δέντρα, μάζευε τους καρπούς με τη συνοδεία τραγουδιών που ξεσήκωνε από την μνήμη του με μελωδίες που έχει χρόνια να ακούσει και λόγια που έχει καιρό να συναντήσει. Το κασετόφωνό του τον είχε εγκαταλείψει από καιρό, αλλά και να λειτουργούσε, εκτός του ότι δυσκολευόταν να το ακούσει, είχε χαλάσει όλες τις κασέτες του. Οι περισσότερες είχαν τις ταινίες τους μασημένες και μπερδεμένες. «Τι τα θες;» είχε σκεφτεί, «χάλασε κι αυτό. Σάμπως οι μηχανές δε γερνάνε; Ο χρόνος δεν μετράει και γι΄ αυτές;». Από τότε συνέχισε μόνος του το τραγούδι, και μέρα με τη μέρα εμπλούτιζε τους στίχους με δικά του λόγια και διαφορετικούς σκοπούς.

Σήμερα όμως ήταν σιωπηλός. Από αυτόν ακουγόταν μόνο τα κεράσια που έπεφταν στο καλάθι, το ένα πίσω από το άλλο. Το ίδιο σιωπηλός περιποιήθηκε στη συνέχεια και τις καλλιέργειές του.

Προς το μεσημέρι, όταν όλες του οι εργασίες είχαν τελειώσει και τα καλάθια του είχαν γεμίσει με ζαρζαβατικά και φρούτα, τα συγκέντρωσε όλα στην καρότσα του τρίκυκλού του. Άνοιξε την συρμάτινη πόρτα, το οδήγησε έξω και επέστρεψε για να την κλείσει. Στάθηκε όμως σκεφτικός κοιτάζοντας από την άλλη πλευρά της περίφραξης την κατσίκα του, που τον παρατηρούσε με την κάτω γνάθο να πηγαίνει πέρα δώθε.

Έσβησε τη μηχανή και με αργό βήμα πήγε μέσα στην αποθήκη. Έβγαλε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας από το τσεπάκι του πουκαμίσου του και ξεκρέμασε από τον τοίχο ένα σκοινί στο οποίο σχημάτισε μία θηλιά. Αφού προσάρμοσε το μέγεθός της στο λαιμό της κατσίκας, κράτησε δυνατά την μία άκρη του σχοινιού και έδωσε μία απότομη σπρωξιά για να νιώσει να τον ακολουθήσει. Εντέλει την ανέβασε στην καρότσα του, έκλεισε τηνσυρμάτινη πόρτα, έβαλε μπροστά κι έφυγε.

GoatΣτο καφενείο, στην πλατεία του χωριού, κάτω από τη σκιά μίας πλατανιάς τρεις γέροι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι προσηλωμένοι στο μοίρασμα της τράπουλας, ενώ η κυρία Ελένη, η γιαγιά που είχε το καφενείο, σέρβιρε τους καφέδες τους.

Ο θόρυβος της μηχανής, έστρεψε την προσοχή τους στο δρόμο. Πρόσεξαν τον κυρ. Νίκο να καταφτάνει. Οι δύο από τους τρεις γέρους τον χαιρέτησαν με μία κίνηση του κεφαλιού και βιάστηκαν να στραφούν προς τα χαρτιά τους, ενώ ο τρίτος έμεινε να κοιτάει την κατσίκα πίσω στην καρότσα του.«Καλώς τον!» του είπε η κυρία Ελένη, «Κάθισε να σου φτιάξω έναν καφέ. Δείχνεις κουρασμένος». Ο κυρ Νίκος δεν την άκουσε. Κατέβηκε από το τρίκυκλό του και πλησίασε την καρότσα, «Πέρασα να σας αφήσω μία τσάντα φρέσκα κεράσια. Το πρωί τα ’κοψα. Πώς πάει το παιχνίδι; Ποιος τυχερός θα φάει φασολάδα σήμερα;» ρώτησε τους γέρους. «Πού το πας το άμοιρο το ζώο;» του φώναξε ο ένας, αλλά ο κυρ Νίκος δεν άκουσε, χαιρέτησε με μία κίνηση του χεριού και ανέβηκε αργά στο όχημα.

Όπως διέσχισε την πλατεία μία βαριά μελωδία από το καμπαναριό τον πλησίασε κι ένα μικρό παιδί πάνω σε ποδήλατο εμφανίστηκε δίπλα του να τρέχει. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα κι έσταζαν ιδρώτα, βρωμιές από λάσπη έγλειφαν το πρόσωπο του, ήταν ξυπόλυτο κι αναψοκοκκινισμένο με μάτια φλογερά. Τον προκαλούσε να το δει, και το κοίταξε. Είδε τον εαυτό του παιδί, ξυπόλητο να τρέχει γύρω από το καμπαναριό με ένα τσούρμο αγόρια να τον κυνηγάνε.

Το καφενείο ήταν γεμάτο. Μπαστούνια στηριγμένα στα τραπέζια. Σακάκια κρέμονταν στις καρέκλες. Συζητήσεις μαζί με κροταλίσματα φλιτζανιών και ζάρια ακούγονταν. Ανάμεσά τους ο διαπεραστικός ήχος από το σύρσιμο μίας καρέκλας. Δύο σφραγισμένα χείλη. Ένας γέρος πλησίασε το καμπαναριό κι έπιασε τα σχοινιά που κρέμονταν από τις καμπάνες. Η σιωπή του δεν διέκοψε τα ξέφρενα τσιρίγματά των παιδιών, ούτε τους ένοιαξε το σμιλευμένο δέρμα του από τα χρόνια, που φωτίστηκε όπως έστρεψε το κεφάλι του ψηλά στον σταυρό, στον χρυσό, στον ουρανό.

Η ίδια βαριά μελωδία ακούστηκε και παρέσυρε το βλέμμα των αγοριών στον ουρανό κι ύστερα στο σμιλευμένο πρόσωπο του γέρου. Τον κοίταξαν σαν μικροί θεοί και άρχισαν να φωνάζουν χαρούμενα κάνοντας κύκλους γύρω από αυτόν.

trik1Είναι μικροί θεοί. Έτσι γεννηθήκαν. Μέσα σε ιερά νανουρίσματα, σε φιλιά που τα προσκυνούσαν. Κύριοι θεϊκών αληθειών, γνώστες του απείρου, του κενού, αθάνατοι. Οι θνητοί είναι οι γυναίκες με τις γεμάτες τσάντες που καταφτάνουν στο καμπαναριό κοιτάζοντας τον γέρο άντρα στα μάτια, οι μαγαζάτορες που βγαίνουν στην πόρτα τους, οι γιαγιάδες που στέκουν θλιμμένες. Το καφενείο που σωπαίνει. Οι θνητοί είναι αυτοί που πλησιάζουν γυρεύοντας το όνομα εκείνου, για να τον θυμηθούν, ο τρελός που χτυπάει σπαστικά το κεφάλι του στο χέρι, ο κυρ. Νίκος, που, αγνοώντας τη βαριά μελωδία του καμπαναριού, οδηγούσε το θορυβώδες του τρίκυκλο, με παρέα, άγνωστο γιατί, την κατσίκα του, κι ολοένα απομακρυνόταν.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.