«Ο αναπτήρας»

«Μια μέρα που ήταν μόνη στο σπίτι και έψαχνε να βρει φωτιά α ανάψει τσιγάρο, ανακάλυψε πως εκείνος είχε κλειδώσει το συρτάρι με τους αναπτήρες του…»
– γράφει η Τίνα Σπυράτου Σουσού

i_am_a_firestarter_by_randal01_d25k70l-fullview.jpg

Κάπνιζε αρειμανίως. Αναπτήρα δεν είχε ποτέ όμως στην τσάντα της. Ακόμη και όταν δεν είχε από κανέναν να δανειστεί,αγόραζε σπίρτα από το περίπτερο(τι λόξα να μην αγοράζει αναπτήρα) και ποτέ δεν θυμόταν που τα έβαζε.

Κάπνιζε με μανία, αλλά αναπτήρα δεν είχε ποτέ στην τσάντα της. Έκανε τράκα από περαστικούς, από θαμώνες στα μαγαζιά,από την συνάδελφο, από τον γείτονα.
Κάποτε ερωτεύτηκε ένα αγόρι. Κάπνιζε κι εκείνος.

Εκείνος είχε πάντα αναπτήρα. Πάντα. Έτσι εκείνη δεν ξέμενε .Ήταν πια, πάντα μαζί.
Αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Εκείνη εξακολουθούσε να μην έχει αναπτήρα ποτέ μαζί της κι όλο έπαιρνε τους δικούς του, που για έναν μυστήριο λόγο τους έχανε. Εκείνος, που δεν είχε χάσει ποτέ του αναπτήρα, άρχισε τα παράπονα.
«Θα τους έχω εγώ, της είπε μια βροχερή μέρα, όλο τους χάνεις και δεν μπορώ να ζω με το άγχος αυτό». Της φάνηκε γελοίο κάποιος να έχει άγχος για έναν αναπτήρα. Της φάνηκε γελοίο κάποιος να έχει άγχος μήπως κ χάσει έναν ή δυο αναπτήρες. Παρόλα αυτά το δέχτηκε…

Ο καιρός περνούσε.
Εκείνος μάζευε στο συρτάρι της κουζίνας ντουζίνες από αναπτήρες, εκείνη πάντα ρέστη…
Μια μέρα που ήταν μόνη στο σπίτι και έψαχνε να βρει φωτιά α ανάψει τσιγάρο, ανακάλυψε πως εκείνος είχε κλειδώσει το συρτάρι με τους αναπτήρες του.

Ένα απόγευμα συνάντησε μια φίλη που είχε να δει καιρό. Κάθισαν να πιουν έναν καφέ κ να θυμηθούν τα παλιά. Η φίλη της είχε ταξιδέψει όλο τον κόσμο, ήταν όμορφη όπως την θυμόταν, ίσως και περισσότερο κ γελούσε σαν μικρό κοριτσάκι. Κάθισαν για ώρες μαζί. Καθώς αποχαιρετούσε η μια την άλλη, η φίλη της τής είπε πως θα πήγαινε στο εξωτερικό την επόμενη εβδομάδα και θα της τηλεφωνούσε στην επιστροφή να ξαναβρεθούν. Έτσι κι έγινε.

Μια βδομάδα μετά συναντήθηκαν. Της είχε φέρει ένα δώρο. Ήταν ένας αναπτήρας, απλός, λευκός, με κόκκινα ρόδα στολισμένος, όμοιος με εκείνους που έχουν τα τουριστικά μαγαζιά κ αναγράφουν την πόλη που επισκέπτεσαι. Τον κοίταξε για λίγο κι έπειτα τον έβαλε στην τσάντα της…

Το βράδυ που γύρισε σπίτι, μάζεψε τα πράγματα της, φόρεσε το καλό μαύρο φόρεμα της, τις ψηλοτάκουνες γόβες της (πόσο καιρό αλήθεια είχε να τις φορέσει) κι άφησε πάνω στο μικρό τραπεζακι του χώλ, εκεί που ήταν το ράφι με την αλληλογραφία, ένα σημείωμα για εκείνον, μαζί με τον αναπτήρα, που μόλις της είχαν χαρίσει.
Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε ….

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.