“Μαρακές”, (απόσπασμα)

Κι ενώ αν τον έβλεπε κανείς βιαστικά θα νόμιζε πως πουλούσε ύφος, εικόνα και αμπελοφιλοσοφίες, στην συνέχεια τον μαγνήτιζε το βλέμμα του ανθρώπου που έχει ζήσει πράγματα.” – από τον Νίκο Νερούτσο

[..]

Ο καφές άχνιζε στην κούπα του Σεμπαστιάν. Την κρατούσε στο χέρι ζεσταίνοντας την παλάμη του και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Βροχή και σταχτιά σύννεφα. Το λιμάνι πολύβουο όπως πάντα. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν. Λίγα καράβια δεμένα περίμεναν την ώρα του απόπλου. Το μικρό δώμα βρισκόταν στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας πέντε ορόφων. Λιτό. Δεν το είχε διακοσμήσει με κάτι. Δεν του χρειαζόταν κάτι. Το σιδερένιο μονό κρεβάτι με το λευκό σεντόνι ακόμη ξέστρωτο. Ένα ξύλινο μικρό τραπεζάκι στην γωνία με ένα σταχτοδοχείο. Πολλές γόπες μέσα. Στο χέρι του κάπνιζε το τελευταίο του πακέτου. Με την παλάμη του έστρωσε μια λευκή τούφα που ξέφυγε από τα μαλλιά του προς το μέτωπο. Ένα κρουαζιερόπλοιο έμπαινε τώρα στον κόλπο του Λέοντος. Αναμνήσεις ξεπήδησαν από μέσα του.

Θυμήθηκε τον Πάμπλο, τότε πριν από τριάντα χρόνια. Μέσα από το μπαρ όπως από πάντα θαρρείς. Κομψός, με το μαύρο σακάκι, την λεπτή γραβάτα και το λευκό πουκάμισο. Ένας τορέρο, φιλόσοφος, κατακτητής. Να σερβίρει το ακριβότερο κρασί της κάβας, στον τελευταίο θαμώνα, αν τον είχε συμπαθήσει και πριν του πει κάτι σημαντικό, κατ’ εκείνον πάντα. Κι ενώ αν τον έβλεπε κανείς βιαστικά θα νόμιζε πως πουλούσε ύφος, εικόνα και αμπελοφιλοσοφίες, στην συνέχεια τον μαγνήτιζε το βλέμμα του ανθρώπου που έχει ζήσει πράγματα. Που ξέρει τι λέει. Που έχει ρουφήξει την ζωή ως το μεδούλι. Ένας Δον Ζουάν παροπλισμένος – σαν να κρύβεται, θαρρείς, από τις πολλές κατακτήσεις του – πίσω από τον ξύλινο πάγκο του μπαρ του πλοίου. Κι όμως, αν και τον είχε γνωρίσει εκείνο το ίδιο βράδυ, δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί σε άλλο σκηνικό. Είχε δέσει με το μπαρ. Ήταν ο ίδιος το μπαρ.

Ο Πάμπλο μόλις είχε σερβίρει ένα ποτήρι ακριβό κόκκινο κρασί κρύβοντας με μαεστρία το μπουκάλι. Μετά από μια νύχτα με πολλή κουβέντα, μοίρασμα ιδεών θα έλεγε κανείς, απόψεων – όψεων. Ο Σεμπαστιάν έφερε το ποτήρι στα χείλη και δοκίμασε. Ναι… δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν το ίδιο κρασί που έπινε κι ο πατέρας του. Μια γεύση που την θυμότανε από τα παιδικά του χρόνια. Κοίταξε τον Πάμπλο χαμογελώντας νοσταλγικά, λέγοντας:

– Αυτό το κρασί φίλε μου.. Αυτό, έχει πάντοτε την ίδια μοναδική γεύση.

– Έτσι νομίζεις;

– Εσύ όχι;

Ο Πάμπλο έβαλε το χέρι μέσα στο σακάκι του κι έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο.

Το άναψε και άρχισε να εξιστορεί..

– Κάποτε, δεν έχει σημασία πότε, ήταν Ιούλιος. Ένα ζεστό απόγευμα Ιουλίου. Ένα πέτρινο μπαλκόνι μεγάλο, με θέα στους οικογενειακούς αμπελώνες, μπροστά από μία βίλα για μεγάλο πορτοφόλι. Λουλούδια μέσα στις όμορφες γλάστρες τους τριγύρω, σε κάθε γωνία. Εκείνη παρατηρούσε κι εκείνος φλυαρούσε. “Α.. πρέπει να μπορείτε να δείτε τον καλλιτέχνη πίσω από το έργο του.” χάιδευε το μουστάκι του και συνέχιζε με ύφος. “Η Μόνα Λίζα ήταν του Λεονάρντο, αναμφισβήτητα, γιατί αυτός βρίσκεται μέσα στην φιγούρα.. πίσω από αυτήν. Δεν λέω πως είναι αυτός ο ίδιος βέβαια, αν και πολλοί υποστήριξαν πως ήταν αυτοπροσωπογραφία…” και χαμογελούσε ηλίθια, σαν να είχε πει μόλις την σημαντικότερη ατάκα.

Εκείνη άκουγε εκστασιασμένη, κάθε μπούρδα που έβγαινε από το στόμα του. Έπιναν αυτό το ίδιο κρασί. Όχι.. δεν ήταν το κρασί. Ήταν η σκηνή. Εκείνη, ποτέ δεν έβλεπε το κρασί. Καμία δεν βλέπει το κρασί. Ούτε τον άνδρα πίσω από το μπουκάλι. Ούτε το πέτρινο μπαλκόνι. Ένας ρομαντισμός ηλίθιος, φτιαγμένος από έναν ακόμη λιμοκοντόρο, που ήθελε απλώς άλλο ένα τρόπαιο επιβεβαίωσης στην συλλογή του από γυναίκες κι έλεγε ό,τι κατέβαινε στο κεφάλι του για να το καταφέρει. Όλες όμως βλέπουν την “δυνατότητα” του πέτρινου μπαλκονιού. Του ακριβού κρασιού. Μετά έχεις την ελευθερία να πεις ό,τι κατέβει στο κεφάλι σου. Είσαι «η ευκαιρία για την άνετη ζωή» και σου συγχωρούν την ανοησία. Επειδή μπορείς πλέον να την λες, δίχως να σε χρεώσει κανείς. Όχι λοιπόν φίλε μου.. δεν έχει την ίδια γεύση. Τότε, εκείνον τον Ιούλιο, ήταν διαφορετικό. Εκείνη ήταν η γεύση του. Γεύση χρήματος που έρρεε και γυναίκας που ήταν «έτοιμη» και μόνο στην ιδέα.

– Είσαι πεζός.

– Είσαι ανόητος.

– Τελικά η κυρία κατέληξε στην συλλογή του από τρόπαια…

Ο Πάμπλο τον κοίταξε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο..

– Όχι. Κατέληξε στην δική μου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s