«Ψαράδες ανθρώπων»

«Στην ακτή, το κοιμώμενο χωριό της Καπερναούμ έχει αρχίσει δειλά δειλά να ζωντανεύει. Από το σημείο που βρίσκονται οι ψαράδες, μπορούν και βλέπουν τη λάμψη μιας μικρής φωτιάς…»

– γράφει η Μαρία Λυδία Κυριακίδου


sea of galilea

Η βάρκα πλέει απαλά στη λίμνη, περίπου πενήντα μέτρα μακριά από την ακτή. Κάπου κάπου κάποιο κύμα την χτυπά από τη μια μεριά της, ωστόσο η λίμνη μοιάζει παραδόξως ακίνητη σήμερα. Σαν μια απόκοσμη, κατεψυγμένη εικόνα.

Παρ΄όλο που είναι αρκετά νωρίς το πρωί, οι επτά ψαράδες μέσα στη βάρκα έχουν ριχτεί ασταμάτητα στη δουλειά κι αυτό είναι κάτι που καταμαρτυρεί η λάμψη της αυγής επάνω στις καταϊδρωμένες τους ράχες. Είχαν περάσει όλη τη νύχτα τραβώντας έξω τα δίχτυα τους κι έπειτα ρίχνοντάς τα πάλι μέσα, ξανά και ξανά και ξανά, δίχως αναπαμό.

Όλη τους τη ζωή εργάζονταν για ένα κομμάτι ψωμί. Ένα κομμάτι ψωμί, ζυμωμένο με κόπο, δωρούμενο από μερικά κιλά ψάρια που καθημερινά έπιαναν στα δίχτυα τους. Όμως, όχι απόψε. Την αποψινή νύχτα δεν υπήρξε ψάρι ένα που να ξεγελαστεί στα δίχτυα τους.

Το ξημέρωμα στέκεται ακριβώς από πάνω τους τώρα και ο ήλιος διασπά την οριζόντια κορυφογραμμή των λόφων που βρίσκονται ανατολικά της Γαλιλαίας. Όλες τους οι ελπίδες για μια καλή ψαριά έχουν εξανεμιστεί ήδη από το βράδυ. Ίσως, αν ρίξουν άλλη μια φορά τα δίχτυα τους, ίσως δύο φορές ακόμη το πολύ…. ίσως να σταθούν τυχεροί.

Στην ακτή, το κοιμώμενο χωριό της Καπερναούμ έχει αρχίσει δειλά δειλά να ζωντανεύει. Από το σημείο που βρίσκονται οι ψαράδες, μπορούν και βλέπουν τη λάμψη μιας μικρής φωτιάς. Μοιάζει με ανέλπιστο, φωτεινό διάκοσμο της βραχώδους παραλίας.

Ανά στιγμές, κάποιο αεράκι, που ταξιδεύει από το χωριό, τρυπά ευθαρσώς τη μύτη τους με τις μυρωδιές ψαριών που μαγειρεύονται. Είναι τότε που θυμούνται πως το στομάχι τους διαμαρτύρεται, εδώ και κάποιες ώρες, που στέκει αδειανό. Ο Πέτρος μπορεί, σχεδόν, να νιώσει τη γεύση του ψητού ψαριού στα χείλη του.

Μα, ποιος έχει ανάψει αυτή τη φωτιά; Από εκεί που βρίσκονται μπορούν να διακρίνουν έναν άντρα. Ίσα ίσα που φαίνεται, μα μοιάζει γνωστός. Ο Πέτρος προσπαθεί να τον αναγνωρίσει, προσπαθεί να θυμηθεί πού τον έχει ξαναδεί, αλλά δε τα καταφέρνει.
Είναι η κούραση, είναι η πείνα.

Τώρα ο άνθρωπος σηκώνει τα χέρια του και τα ακουμπά περιμετρικά γύρω από το στόμα του, φτιάχνοντας ένα χωνί, σαν να προσπαθεί να φωνάξει. Και φωνάζει : 

«Άντρες…ρίξτε τα δίχτυα σας από τη δεξιά πλευρά της βάρκας και θα βρείτε μερικά…»

«Πφφφ…κάθε άβγαλτος στεριανός θαρρεί πως είναι ειδικός στο ψάρεμα!», μουρμουρίζει ο Πέτρος. Όμως, αλήθεια, τι θα είχαν να χάσουν, αν το δοκίμαζαν κι έτσι αυτή τη φορά; Αποφασίζουν να δοκιμάσουν.

Έξαφνα, η μέχρι πρότινος ηρεμία του πρωινού εκείνου διαταράσσεται βίαια από το σκίσιμο που προκαλούν τα παγιδευμένα ψάρια! Ένα τεράστικο ρυμουλκό των διχτυών, απειλεί για μια στιγμή να ανατρέψει τη βάρκα! Οι άντρες, που βρίσκονταν σε εγρήγορση παρ´όλη την κούραση, ρίχνονται σε αγώνα με τα δίχτυα και τα δεκάδες ψάρια, όλοι σκυμμένοι στη δεξιά πλευρά της βάρκας. Πρέπει να έχουν πιάσει μια ολόκληρη… συνοικία ψαριών!

Ο Πέτρος ανασκουμπώνεται, σε μια προσπάθεια να αποδιώξει την κούραση από πάνω του και στρέφει αστραπιαία το βλέμμα του προς την ακτή και τον άνθρωπο. Το ίδιο και ο Ιωάννης, αγωνιά να τον δει και πάλι. «Είναι ο Κύριος!», φωνάζει ο Ιωάννης. «Είναι ο Ιησούς!»

Όσο οι υπόλοιποι εξακολουθούν να παλεύουν με τα δίχτυα, ο Πέτρος δε νοιάζεται πια. Βουτάει στα νερά και κολυμπά τόσο δυνατά και γρήγορα, μέχρι το νερό να φτάσει να ᾽ναι τόσο ρηχό που να μπορεί να τρέξει για το υπόλοιπο του δρόμου ως την ακτή. Στάζει ολόκληρος νερό. Πέφτει στα γόνατα εμπρός στον Ιησού -τον αναστημένο Ιησού.

«Φέρε μερικά περισσότερα ψάρια», του λέει ο Ιησούς. Έτσι, ο Πέτρος επιστρέφει στη βάρκα, ακόμη πιο γρήγορα. Η λαχτάρα του να εκπληρώσει το θέλημά Του, του δίνει φτερά στα πόδια. Η βάρκα κοντεύει πια στην ακτή. Μετρούν. Εκατόν εξήντα τέσσερα ψάρια! Απίστευτο!

Σε λίγο παίρνουν όλοι μαζί πρωινό. Ψωμί και ψάρι. Ψάρι και ψωμί.
«Μα, γιατί του φαίνεται αυτό τόσο οικείο;», αναρωτιέται ο Πέτρος.
Και τότε ενθυμείται τη μέρα, όταν, μερικά χιλιόμετρα μακριά από την Καπερναούμ, ο Ιησούς είχε ταΐσει πέντε χιλιάδες ανθρώπους, με πέντε καρβέλια ψωμί και δύο ψάρια.

«Με αγαπάς, Πέτρο;», ρωτάει σε λίγο ο Ιησούς. Με πόνο ψυχής ο Πέτρος θυμάται και πάλι τη μέρα που Τον απαρνήθηκε τρις. Δε τολμά να Τον κοιτάξει στα μάτια. Με σιγανή, αλλά σίγουρη φωνή, Του απαντά: «Ναι, Κύριε, το γνωρίζετε ότι Σας αγαπώ».
«Τότε γιατί καθυστερείς, Πέτρο; Τάισε το ποίμνιό μου. Ψάρεψε ανθρώπους».

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.